Η Υγεία του Ελληνικού Πληθυσμού

Το παρόν άρθρο βασίστηκε στη μελέτη «Η Υγεία του Ελληνικού πληθυσμού», η οποία εκπονήθηκε από το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με συντονιστή της ερευνητικής ομάδας τον Αν. Καθηγητή κον Γ. Τούντα (2007) και στη μελέτη της «Αποτρεπτής θνησιμότητας», η οποία εκπονήθηκε από τον Τομέα Οικονομικών Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, με συντονιστή της ερευνητικής ομάδας τον Καθηγητή κον. Γ. Κυριόπουλο (2008).

Δημογραφικά Στοιχεία

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.), ο πληθυσμός της Ελλάδας, την 1η Ιανουαρίου του 2006, ανερχόταν σε 11.125.179 άτομα. Από αυτά, τα 5.508.165 ήταν άνδρες και τα 5.617.014 γυναίκες. Τα τελευταία 10 χρόνια, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε κατά 4,2% (Σχήμα 1.1).
sxima1.1

Η αύξηση του πληθυσμού αποδίδεται κυρίως στη μετανάστευση, καθώς η αναπαραγωγι- κότητα του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Το 2004, ο δείκτης ολικής γονιμότητας (αριθμός παιδιών ανά ζεύγος) ήταν μόλις 1,3, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 1,49. Την τελευταία δεκαετία, η φυσική αύξηση του πληθυσμού, δηλαδή ο δείκτης που προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ των γεννήσεων και των θανάτων, κυμαίνεται στην Ελλάδα, κοντά στο μηδέν. Το 1996, για πρώτη φορά έλαβε αρνητική τιμή. Συγκριτικά, αναφέρεται ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η φυσική αύξηση του ελληνικού πληθυσμού ήταν μεγαλύτερη από 3%ο (Σχήμα 1.2).

sxima1.2
Κατά τη διάρκεια της ίδιας χρονικής περιόδου, σημαντική μείωση έχουν σημειώσει η βρεφική και περιγεννητική θνησιμότητα, με τους αντίστοιχους δείκτες να κυμαίνονται σε επίπεδα χαμηλότερα από τους μέσους όρους, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών, όσο και των 15 κρατών που αποτελούσαν την Ε.Ε. πριν τη διεύρυνση του 2004 και του 2007 (Ε.Ε.-15) (Σχήμα 1.3, Σχήμα 1.4).
sxima1.3, 1.4
Η μείωση της βρεφικής και περιγεννητικής θνησιμότητας, κατά κΰριο λόγο, και η μείωση της θνησιμότητας σε όλες τις ηλικίες, συνέβαλαν στην αύξηση του μέσου χρόνου ζωής των Ελλήνων. Έτσι, το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση διαμορφώθηκε, το 2004, στα 76,67 έτη για τους άνδρες και στα 81,46 έτη για τις γυναίκες, εμφανίζοντας μικρή αλλά σταθερή αυξητική τάση (Σχήμα 1.5).
sxima1.5

Σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία, η Ελλάδα, με προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση τα 79,05 έτη, κατατασσόταν 11η στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004 (Σχήμα 1.6), ενώ το 1996 βρισκόταν στην 5η θέση, με προσδόκιμο ζωής 77,79 έτη και το 1991 στη 2η θέση με 77,32 έτη. Το γεγονός αυτό υποδηλώνει ότι η αύξηση γίνεται με βραδύτερο ρυθμό στην Ελλάδα, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και χάνεται βαθμιαία η προνομιακή θέση της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη του προσδόκιμου ζωής (Σχήμα 1.7).
sxima1.6 -1.7

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι Έλληνες άνδρες εμφανίζουν υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από το μέσο όρο των ανδρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρώπης των 15, ενώ η κατάταξη των Ελληνίδων γυναικών είναι χαμηλότερη. Ωστόσο, σε απόλυτους αριθμούς, οι γυναίκες ζουν περισσότερο από τους άνδρες σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, κυρίως λόγω της μεγαλύτερης πρώιμης θνησιμότητας των ανδρών από τροχαία ατυχήματα (Σχήμα 1.8).
sxima1.8

Η αύξηση του προσδόκιμου ζωής κατά τη γέννηση δεν οφείλεται μόνο στη μείωση της βρεφικής και περιγεννητικής θνησιμότητας. Η μείωση της θνησιμότητας και στις μεγαλύτερες ηλικίες καθίσταται εμφανής από την αύξηση του προσδόκιμου ζωής για άτομα ηλικίας 65 ετών. Ωστόσο, η Ελλάδα, με προσδόκιμο ζωής 18,1 έτη στην ηλικία των 65 ετών, βρίσκεται σήμερα κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ μέχρι το 1999 ήταν υψηλότερα (Σχήμα 1.9). Το 1990, το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα, στην ηλικία των 65 ετών, ήταν 17,07 έτη και στην Ε.Ε. 16,47 έτη. Έκτοτε, η Ε.Ε. παρουσιάζει σταθερά μεγαλύτερο ρυθμό αύξησης από την Ελλάδα.

Η μείωση της γεννητικότητας, σε συνδυασμό με την επιμήκυνση της διάρκειας ζωής, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημογραφική γήρανση του ελληνικού πληθυσμού. Ο αριθμός των ατόμων ηλικίας ως 14 ετών μειώνεται σταθερά, ενώ αντίθετα, το ποσοστό του πληθυσμού με ηλικία άνω των 65 παρουσιάζει βαθμιαία αύξηση. Έτσι, ενώ το 1983, στην ηλικιακή ομάδα 0-14 ετών ανήκε το 21,6% του πληθυσμού, το 2006 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 14,3%. Για την ομάδα άνω των 65 ετών, το ποσοστό αυξήθηκε από 13,3%, το 1983, σε 18,5% το 2006 (Σχήμα 1.10).
sxima1.9-1.10

Δείκτες της δημογραφικής σύνθεσης ενός πληθυσμού είναι ο δείκτης γήρανσης και ο δείκτης εξάρτησης. Ο δείκτης γήρανσης προκύπτει από την εκατοστιαία αναλογία του πληθυσμού με ηλικία άνω των 65 ετών, προς τον πληθυσμό με ηλικία κάτω των 14 ετών. Ο δείκτης εξάρτησης είναι η εκατοστιαία αναλογία του οικονομικά μη ενεργού πληθυσμού (ηλικιακές ομάδες 0-14 και άνω των 65 ετών) προς τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό ηλικίας 15-64 ετών. Ο δείκτης γήρανσης έχει αυξηθεί κατά 45,5% μέσα σε μια δεκαετία, φτάνοντας στο 129,31, το 2006. Αντίθετα, ο δείκτης εξάρτησης παραμένει περίπου σταθερός, με τιμή 48,91 για το 2006, γιατί η αύξηση των ηλικιωμένων αντισταθμίζεται από τη μείωση του αριθμού των παιδιών (Σχήμα 1.11).
sxima1.11

Η μεταβολή της σύνθεσης του ελληνικού πληθυσμού συμβαδίζει με τις αλλαγές που παρατηρούνται στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες και αναμένεται να ακολουθήσει παρόμοια πορεία και στις επόμενες δεκαετίες. Προβλέπεται ότι αυτή η εξέλιξη θα οδηγήσει σε αύξηση της ζήτησης και χρήσης των υπηρεσιών υγείας λόγω των αυξημένων αναγκών των ηλικιωμένων, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά σε νοσήματα φθοράς και χρόνια προβλήματα υγείας.

Θνησιμότητα

Α. Γενική Θνησιμότητα

Στοιχεία για τη θνησιμότητα του ελληνικού και του ευρωπαϊκού πληθυσμού παρέχονται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος και από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. Οι δείκτες θνησιμότητας είναι προτυπωμένοι κατά ηλικία, ως προς τον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Έτσι, είναι δυνατό να πραγματοποιηθούν συγκρίσεις μεταξύ πληθυσμών που έχουν διαφορετική ηλικιακή σύνθεση. Όλοι οι δείκτες εκφράζονται ως αριθμός θανάτων σε πληθυσμό 100.000 ατόμων. Οι ειδικοί δείκτες αναφέρονται σε 100.000 άτομα του ίδιου φύλου και ηλικίας.

Η γενική θνησιμότητα από όλες τις αιτίες στην Ελλάδα το 2004 ήταν 662,82 ανά 100.000 πληθυσμού. Για τους άνδρες, η γενική θνησιμότητα ήταν 784,05 και για τις γυναίκες 552,94 ανά 100.000. Τόσο η συνολική, όσο και η κατά φύλο γενική θνησιμότητα, έχουν σταθερή πτωτική πορεία τα τελευταία χρόνια (Σχήμα 2.1). Μόνη εξαίρεση αποτελεί η ομάδα ηλικιών άνω των 75, όπου δεν παρατηρείται μείωση. Ωστόσο, η πτώση αυτή συμβαίνει με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τάση που παραμένει σταθερή από το 1990 και μετά. Η Ελλάδα το 2004 είχε υψηλότερο δείκτη γενικής θνησιμότητας σε σχέση με το μέσο όρο των 15 παλαιότερων μελών της Ε.Ε. (662,82 έναντι 620,75 ανά 100.000) και, τα επόμενα χρόνια, αν συνεχιστούν οι ίδιοι ρυθμοί μείωσης, αναμένεται να βρεθεί πάνω και από το μέσο όρο της Ε.Ε., που είναι σήμερα 690,89 (Σχήμα 2.2).
sxima2.1-2.2

Όπως και στο προσδόκιμο ζωής, έτσι και στη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες, οι Έλληνες άνδρες κατέχουν καλύτερη θέση στον ευρωπαϊκό χώρο συγκριτικά με τις Ελληνίδες γυναίκες. Η θνησιμότητα από όλες τις αιτίες στους άνδρες είναι μικρότερη από το μέσο όρο των ανδρών της Ε.Ε. (784,05 έναντι 890,22 ανά 100.000), ενώ ο αντίστοιχος δείκτης για τις γυναίκες ξεπερνά το μέσο όρο της Ε.Ε. (552,94 έναντι 536,51 ανά 100.000) (Σχήμα 2.3).
sxima2.3

Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα θανάτου στις ηλικίες 15-59, μετά το 1970 παρουσιάζεται αύξηση στους άνδρες και μείωση στις γυναίκες. Ο ρυθμός μείωσης στις γυναίκες έχει επιβραδυνθεί την τελευταία δεκαετία.

Β. Ειδική Θνησιμότητα, κατά αιτία και ηλικία

Κύριες αιτίες θανάτου
Οι κυρίες αιτίες θανάτου στον ελληνικό πληθυσμό, με φθίνουσα σειρά, είναι τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, τα κακοήθη νεοπλάσματα, οι παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος και οι εξωτερικές αιτίες που προκαλούν τραύματα και δηλητηριάσεις. Το 2004, το 48% των θανάτων στην Ελλάδα οφειλόταν σε νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, ενώ τα κακοήθη νεοπλάσματα ήταν υπεύθυνα για το 25% των θανάτων, με τις υπόλοιπες αιτίες να ακολουθούν με αρκετά μικρότερα ποσοστά (Σχήμα 2.4).
sxima2.4

Στην ηλικιακή ομάδα 0-14 ετών, η κΰρια αιτία θανάτου είναι οι συγγενείς καταστάσεις και οι χρωμοσωμικές ανωμαλίες, οι οποίες όμως αφορούν κυρίως στα βρέφη (ηλικία ως 1 έτους). Για παιδιά μεγαλύτερα του έτους, κΰρια αιτία θνησιμότητας είναι οι τραυματισμοί και οι δηλητηριάσεις από εξωτερικές αιτίες, συνήθως από ατυχήματα (Σχήμα 2.5). Τα ατυχήματα κατέχουν την πρώτη θέση στις αιτίες θνησιμότητας και στις δυο επόμενες ομάδες ηλικιών, 15-29 και 30-44 ετών (Σχήματα 2.6 και 2.7). Στις ηλικίες 45-59 ετών, πρώτη αιτία θανάτου είναι οι κακοήθεις νεοπλασίες (Σχήμα 2.8), ενώ από την ηλικία των 60 και μετά, τα νοσήματα του κυκλοφορικού αναδεικνΰονται σε βασική αιτία θνησιμότητας για τον ελληνικό πληθυσμό (Σχήματα 2.9 και 2.10).
sxima2.5-2.6
sxima2.7-2.8
sxima2.9-2.10

Παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος
Η θνησιμότητα από νοσήματα του κυκλοφορικού εμφανίζει μείωση στην Ελλάδα, αυτά όμως παραμένουν η πρώτη αιτία θανάτου. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα από καρδιαγγειακά νοσήματα ήταν 313,97 ανά 100.000 άτομα. Οι άνδρες έχουν υψηλότερη θνησιμότητα σε σχέση με τις γυναίκες (343,3 έναντι 284,4 ανά 100.000) σε όλες τις ηλικίες.

Ο ρυθμός μείωσης της θνησιμότητας από νοσήματα του κυκλοφορικού είναι χαμηλότερος στην Ελλάδα, αν συγκριθεί με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την τελευταία εικοσαετία, η μείωση στην Ελλάδα είναι της τάξης του 10,9%, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για την Ε.Ε. είναι 35,7%. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, η σημερινή θνησιμότητα της Ελλάδας να υπερβαίνει αυτή της Ε.Ε. (313,97 έναντι 279,44 ανά 100.000) (Σχήμα 2.11). Η ελάττωση της θνησιμότητας από καρδιαγγειακές παθήσεις στην Ελλάδα την περίοδο 1996 - 2004 ήταν 10,5%, ενώ την αμέσως προηγούμενη οκταετία 1988 - 1996 ήταν 6,6%.
sxima2.11

Οι Έλληνες άνδρες έχουν θνησιμότητα από καρδιαγγειακά που προσεγγίζει το μέσο όρο της Ε.Ε. (343,3 έναντι 345,06 ανά 100.000). Οι γυναίκες όμως, στην Ελλάδα, έχουν θνησιμότητα από καρδιαγγειακά πολύ μεγαλύτερη από τη μέση ευρωπαϊκή (284,4 έναντι 227,96 ανά 100.000). Στο γεγονός αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, και η μη ικανοποιητική θέση της χώρας ως προς τα νοσήματα του κυκλοφορικού (Σχήμα 2.12).
sxima2.12

Από τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, συχνότερη αιτία θανάτου αποτελούν οι παθήσεις εγκεφαλικών αγγείων, ενώ ακολουθεί η ισχαιμική καρδιοπάθεια. Ωστόσο, το 35,2% των θανάτων από καρδιαγγειακά αποδίδεται σε άλλες αιτίες (Σχήμα 2.13). Το τελευταίο αυτό γεγονός, έρχεται σε αντίθεση με τα στοιχεία που υπάρχουν για τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., όπου η ισχαιμική καρδιοπάθεια είναι η κύρια αιτία θανάτου μεταξύ των καρδιαγγειακών νοσημάτων. Επίσης, στην Ελλάδα, η θνησιμότητα από άλλες παθήσεις του κυκλοφορικού είναι σχεδόν διπλάσια από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη διαφορά να είναι ακόμη μεγαλύτερη στα άτομα άνω των 75 ετών. Έτσι, δημιουργούνται ερωτήματα σχετικά με την ακρίβεια των καταγεγραμμένων στοιχείων, ιδιαίτερα όταν αυτά αφορούν σε θανάτους ηλικιωμένων.
sxima2.13

Μεταξύ ισχαιμικής καρδιοπάθειας και παθήσεων των εγκεφαλικών αγγείων, πάντως, η πρώτη είναι συχνότερη σε όλες τις ηλικίες, με εξαίρεση την ηλικιακή ομάδα άνω των 75 ετών, όπου η θνησιμότητα από νοσήματα των εγκεφαλικών αγγείων είναι σχεδόν διπλάσια της θνησιμότητας από ισχαιμική καρδιοπάθεια (Πίνακας 2.1).
pinakas2.1

Κακοήθη νεοπλάσματα
Η προτυπωμένη θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα στην Ελλάδα είναι μικρότερη από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ανερχόταν, το 2004, σε 161,9 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους, έναντι 182,43 στην Ε.Ε. Ωστόσο, ο ρυθμός με τον οποίο μειώνεται η θνησιμότητα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι μεγαλύτερος απ’ ό,τι στον ελληνικό χώρο, όπου η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα παραμένει στα ίδια περίπου επίπεδα τα τελευταία 20 χρόνια, με μικρές διακυμάνσεις (161,14 το 1985 και 161,9 ανά 100.000, το 2004) (Σχήμα 2.14). Μελετώντας τα στοιχεία κατά ηλικιακή ομάδα, παρατηρείται μείωση της θνησιμότητας στις ηλικίες ως 75 ετών και μια αξιοσημείωτη αύξηση από τα 75 έτη και μετά.
sxima2.14

Οι άνδρες, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη, εμφανίζουν πολΰ υψηλότερο δείκτη θνησιμότητας από κακοήθη νεοπλάσματα, σε σΰγκριση με τις γυναίκες. Στην Ελλάδα, οι άνδρες έχουν δείκτη θνησιμότητας 218,84 ανά 100.000 και οι γυναίκες 114,7, διαφορά συγκρίσιμη με αυτή που παρατηρείται συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Σχήμα 2.15). Αξίζει να τονιστεί ότι στην ηλικιακή ομάδα 30-44 ετών, η θνησιμότητα των γυναικών είναι υψηλότερη απ’ ό,τι των ανδρών, εξαιτίας της αυξημένης επίπτωσης του καρκίνου του μαστοΰ.
sxima2.15

Μελέτη της κατά ηλικία θνησιμότητας από κακοήθη νεοπλάσματα, δείχνει ότι στις ηλικίες από 0-29 ετών, κυριότερη αιτία θανάτου είναι τα νεοπλάσματα του λεμφικού και αιμοποιητικοΰ ιστοΰ. Από την ηλικία των 30 ετών και μετά, κυρίαρχη θέση καταλαμβάνουν οι νεοπλασίες του αναπνευστικού συστήματος. Μεταξύ 30 και 59 ετών, σημαντική είναι η θνησιμότητα από τον καρκίνο του μαστού στις γυναίκες, ενώ από τα 75 έτη και μετά, σε σημαντικές αιτίες θνησιμότητας εξελίσσονται τα νεοπλάσματα του παχέος εντέρου και του προστάτη, για τον ανδρικό πληθυσμό.

Στους άνδρες, η πρώτη αιτία θανάτου μεταξύ των κακοήθων νεοπλασμάτων, είναι τα νεοπλάσματα της τραχείας, των βρόγχων και των πνευμόνων, με μεγάλη διαφορά από τη δεύτερη, που είναι ο καρκίνος του προστάτη (Σχήμα 2.16). Η Ελλάδα απέτυχε να μειώσει ουσιαστικά την επίπτωση των νεοπλασμάτων του αναπνευστικού συστήματος στους άνδρες, καθώς τα τελευταία 15 χρόνια, η ελάττωση της θνησιμότητας από νεοπλάσματα του αναπνευστικού ήταν μόλις 3,2%. Στο ίδιο χρονικό διάστημα, η αντίστοιχη μείωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν 15,7%. Στον ελληνικό ανδρικό πληθυσμό, η θνησιμότητα παρουσίασε μικρή αύξηση 1,1% την περίοδο 1990-1996 και πτώση 2,4% την περίοδο 1996 - 2004.
sxima2.16

Στις γυναίκες, τα κακοήθη νεοπλάσματα που προκαλοΰν συχνότερα το θάνατο είναι τα νεοπλάσματα του μαστοΰ και ακολουθούν τα νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος, του παχέος εντέρου και του λεμφικού και αιμοποιητικοΰ ιστοΰ (Σχήμα 2.17). Στα νεοπλάσματα της τραχείας, των βρόγχων και του πνεύμονα, η θνησιμότητα στο γυναικείο φΰλο είναι μικρότερη απ’ ό,τι στο ανδρικό. Κατά τα τελευταία 15 χρόνια, η θνησιμότητα στις γυναίκες από αυτά, όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε κατά 10,7%. Συγκρινόμενη, ωστόσο, με την αύξηση κατά 27,9% που σημειώθηκε στην Ε.Ε., η αύξηση χαρακτηρίζεται ως σχετικά περιορισμένη, αν και είναι ανησυχητικό το ότι αποτελεί σταθερό φαινόμενο από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μετά. Για τις κακοήθεις νεοπλασίες του μαστοΰ, αξίζει να σημειωθεί η αΰξηση της θνησιμότητας στις γυναίκες άνω των 75 ετών (από 87,47 το 1990 σε 120,38 το 1996 και σε 179,87 το 2004), η οποία και αναχαιτίζει την πτωτική τάση που παρατηρείται στις νεότερες ηλικίες.
sxima2.17

Με εξαίρεση τα κακοήθη νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος και της ουροδόχου κύστης, η Ελλάδα εμφανίζει χαμηλότερη θνησιμότητα από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις επιμέρους κατηγορίες κακοήθων νεοπλασιών. Εντούτοις, η πορεία της θνησιμότητας από κακοήθη νεοπλάσματα στην Ελλάδα δεν ακολουθεί την πτωτική πορεία που εδραιώνεται στην Ευρώπη, για τις περισσότερες από τις κατηγορίες κακοηθειών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ατόμων με ηλικία μεγαλύτερη από 75 έτη, όπου μόνο η θνησιμότητα από καρκίνο του στομάχου δεν παρουσιάζει αύξηση. Η μεγάλη θνησιμότητα της ομάδας αυτής παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας του ελληνικού πληθυσμού.

Ατυχήματα
Μία από τις σπουδαιότερες κατηγορίες αιτίων θνησιμότητας είναι τα τραύματα και οι δηλητηριάσεις, που προκαλοΰνται από εξωτερικές αιτίες. Με εξαίρεση τις αυτοκτονίες και τις ανθρωποκτονίες, που αποτελούν, εξάλλου, ένα πολΰ μικρό κομμάτι της κατηγορίας αυτής, τα τραύματα και οι δηλητηριάσεις είναι αποτελέσματα ατυχημάτων.

Μετά από μια αύξηση την περίοδο 1992 - 1995, η προτυπωμένη θνησιμότητα από ατυχήματα ακολουθεί μια ελαφρά πτωτική πορεία στην Ελλάδα κατά την τελευταία δεκαετία. Η τάση προς ελάττωση των θανάτων παρατηρείται και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε λίγο μεγαλύτερο βαθμό. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα από ατυχήματα ήταν 29,3 ανά 100.000 άτομα, στον ελληνικό πληθυσμό, και 27,85 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο μέσος όρος των 15 παλαιών κρατών της Ένωσης διαμορφώθηκε μόλις στο 23,69 (Σχήμα 2.18).
sxima2.18

Μεταξύ ανδρών και γυναικών, παρατηρείται μεγάλη διαφορά στη θνησιμότητα από ατυχήματα. Στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, οι άνδρες σκοτώνονται πολΰ συχνότερα εξαιτίας ατυχημάτων, αν και στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι εντονότερο. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα των Ελλήνων ανδρών ήταν 45,84 και των γυναικών 12,96 ανά 100.000 άτομα (Σχήμα 2.19). Η ελάττωση της θνησιμότητας και των δΰο φΰλων, δεν έχει μεταβάλλει ουσιαστικά το μέγεθος αυτής της διαφοράς από το 1990 και μετά.

Τη μεγαλύτερη θνησιμότητα από ατυχήματα παρουσιάζουν οι ηλικιωμένοι άνω των 75 ετών. Ακολουθούν τα άτομα 15-29 ετών και 60-74 ετών. Σε όλες τι ηλικιακές ομάδες, η θνησιμότητα εμφανίζει πτωτική πορεία (Σχήμα 2.20).
sxima2.19-2.20

Μεταξύ των ατυχημάτων, ασφαλώς την κυρίαρχη θέση καταλαμβάνουν τα τροχαία ατυχήματα. Το 55,9% των θανάτων από ατυχήματα, οφείλονται σε τροχαία. Άλλες συχνές αιτίες είναι οι πτώσεις, οι δηλητηριάσεις και οι πνιγμοί (Σχήμα 2.21). Σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, η θνησιμότητα από τροχαία ατυχήματα κατέχει την πρώτη θέση, παρά την εμφανή μείωση των τελευταίων ετών. Η μείωση της θνησιμότητας από τροχαία ατυχήματα, από 21,82 το 1996 σε 16,38 ανά 100.000 άτομα το 2004, οφείλεται στην αξιοσημείωτη ελάττωση των οδικών τροχαίων ατυχημάτων (Σχήμα 2.22). Την τριετία 1993-1996 είχε προηγηθεί αύξηση των θανάτων από 18,18 σε 21,82 ανά 100.000 άτομα. Παρά τη βελτίωση, όμως, η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πολΰ υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, καθώς η θνησιμότητα από τροχαία ατυχήματα το 2004 στην Ε.Ε. ήταν 10,45 ανά 100.000 άτομα.
sxima2.21-2.22

Άλλες κατηγορίες νοσημάτων
Η θνησιμότητα από νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος στην Ελλάδα, την τελευταία πενταετία κυμαίνεται στα ίδια επίπεδα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα ήταν για την Ελλάδα 46,61 και για την Ε.Ε. 46,9. Διαχρονικά, μετά από μια περίοδο αύξησης, μετά το 2000 εμφανίζει μια ελαφρά πτωτική τάση. Το 1990, ο δείκτης θνησιμότητας ήταν στην Ελλάδα 39,35 και, το 1996, 39,09 ανά 100.000 άτομα (Σχήμα 2.23). Η θνησιμότητα των ανδρών είναι μεγαλύτερη από των γυναικών σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, σε Ελλάδα και Ευρώπη. Ωστόσο, οι Έλληνες άνδρες έχουν χαμηλότερη θνησιμότητα από τους Ευρωπαίους και οι Ελληνίδες γυναίκες υψηλότερη από τις Ευρωπαίες (Σχήμα 2.24). Από τα νοσήματα του αναπνευστικού, σημαντικότερη αιτία θανάτου είναι η πνευμονία, μέχρι την ηλικία των 44 ετών, ενώ στις μεγαλύτερες ηλικίες, την πρώτη θέση έχει η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια.
sxima2.23-2.24

Οι παθήσεις του πεπτικού συστήματος προκαλοΰν στην Ελλάδα λιγότερους θανάτους, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα για τα νοσήματα αυτά ήταν 15,09 στην Ελλάδα και 34,07 στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανά 100.000 κατοίκους. Οι άνδρες διατηρούν υψηλότερους δείκτες θνησιμότητας από τις γυναίκες, με τη θνησιμότητα να μειώνεται τα τελευταία χρόνια σε Ελλάδα και σε Ευρώπη (Σχήμα 2.25). Εξαίρεση αποτέλεσε για την Ελλάδα η τριετία 1991 - 1993, όταν παρατηρήθηκε μεγάλος αριθμός θανάτων από νοσήματα του πεπτικού, με τη θνησιμότητα να φτάνει το 1992 τους 21,23 θανάτους ανά 100.000 (από 17,89 το 1990). Από τις παθήσεις του πεπτικού, οι σπουδαιότερες, ως προς τον αριθμό των θανάτων που προκαλοΰν, είναι οι χρόνιες ηπατοπάθειες και η κίρρωση του ήπατος, καθώς και τα έλκη στομάχου και δωδεκαδακτύλου, όπου η επιμέρους επιδημιολογική εικόνα είναι παρόμοια με αυτή που περιγράφηκε συνολικά για το πεπτικό σύστημα.

Η θνησιμότητα από ενδοκρινικά, μεταβολικά και ανοσολογικά νοσήματα είναι σε χαμηλά επίπεδα στην Ελλάδα, συγκρινόμενη με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και εμφανίζει μικρές διακυμάνσεις κατά τα τελευταία χρόνια. Το 2004, η θνησιμότητα στην Ελλάδα ήταν 7,87 και στην Ε.Ε. 17,57 ανά 100.000 άτομα (Σχήμα 2.26). Το 1990 ήταν 8,11 και το 1996 8,86 θάνατοι ανά 100.000 άτομα.
sxima2.25-2.26

Ψυχικές διαταραχές και παθήσεις νευρικοΰ συστήματος και αισθητηρίων οργάνων θεωρούνται υπεύθυνες για 8,84 θανάτους ανά 100.000 άτομα στην Ελλάδα, κάθε χρόνο. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο δείκτης θνησιμότητας είναι 28,18. Η πλεονεκτική θέση της Ελλάδας βελτιώνεται ακόμα περισσότερο καθώς, εδώ και δυο δεκαετίες, η θνησιμότητα στην Ευρώπη έχει αυξητική τάση, με την Ελλάδα να ακολουθεί αντίστροφη πορεία, η οποία διαπιστώνεται και στα δυο φΰλα (Σχήμα 2.27). Η πρώτη τριετία της δεκαετίας του 1990 χαρακτηρίστηκε από αύξηση της θνησιμότητας από ψυχικές διαταραχές, παθήσεις του νευρικοΰ συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων στην Ελλάδα. Ακόμα και τότε, όμως, δεν ξεπέρασε τους 12,08 θανάτους ανά 100.000 άτομα.

Τέλος, στα νοσήματα του ουροποιητικού και γεννητικοΰ συστήματος, παρατηρείται ελάττωση του προτυπωμένου δείκτη θνησιμότητας από το 1996, ότανη Ελλάδα βρισκόταν υψηλότερα από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα από παθήσεις του ουροποιητικού και γεννητικοΰ συστήματος ήταν στην Ελλάδα 8,18 και στην Ευρωπαϊκή Ένωση 9,42 ανά 100.000 κατοίκους (Σχήμα 2.28). Το 1990, ο δείκτης για την Ελλάδα ήταν 15,77 και το 1996 11,77 θάνατοι ανά 100.000 άτομα, με το μέσο όρο της Ε.Ε. να κυμαίνεται από 11,61 (1990) ως 9,5 (1996), την ίδια χρονική περίοδο.
sxima2.27-2.28

 
Γ. Πρώιμη Θνησιμότητα
Για την εκτίμηση της πρώιμης θνησιμότητας σε έναν πληθυσμό, έχει αναπτυχθεί η έννοια των χαμένων χρόνων αναμενόμενης ζωής. Πρακτικά, πρόκειται για έναν δείκτη που εκφράζει την πρώιμη θνησιμότητα, λαμβάνοντας υπ’ όψη τους θανάτους που συμβαίνουν σε ηλικία μικρότερη από ένα ηλικιακό όριο. Στη συνέχεια, ο αριθμός των ετών που χωρίζουν την ηλικία θανάτου από το ηλικιακό αυτό όριο θεωρείται χαμένος χρόνος ζωής. Αθροίζοντας το σύνολο των απωλειών, υπολογίζεται ο δείκτης χαμένων χρόνων αναμενόμενης ζωής. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (Ο.Ο.Σ.Α.) ορίζει ως ηλικιακό όριο τα 70 έτη. Για να εξασφαλιστεί η συγκρισιμότητα μεταξύ διαφορετικών πληθυσμών, ο υπολογιζόμενος δείκτης είναι προτυπωμένος και αναφέρεται σε πληθυσμό 100.000 ατόμων.

Στην Ελλάδα, στο συνολικό πληθυσμό, οι θάνατοι από εξωτερικές αιτίες (κυρίως τα ατυχήματα) είναι υπεύθυνες για το 27% των χαμένων χρόνων ζωής. Ακολουθούν τα κακοήθη νεοπλάσματα με 24% και τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, με 21%. Συγγενείς ανωμαλίες και παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος είναι υπεύθυνες για μικρότερες απώλειες χρόνων ζωής (Σχήμα 2.29).
sxima2.29

Αν μελετηθούν οι επιμέρους αιτίες κατά φΰλο, διαπιστώνεται ότι η εικόνα διαφέρει μεταξύ ανδρών και γυναικών. Στους άνδρες, κΰρια αιτία απώλειας χρόνων αναμενόμενης ζωής είναι τα τροχαία ατυχήματα και δεύτερη η ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια. Ακολουθεί ο καρκίνος του πνεύμονα, οι συγγενείς ανωμαλίες και οι περιγεννητικές καταστάσεις, ενώ επόμενη κατά σειρά αιτία είναι οι παθήσεις των εγκεφαλικών αγγείων (Σχήμα 2.30).

Στις γυναίκες, η απώλεια χρόνων αναμενόμενης ζωής είναι πολΰ μικρότερη απ’ ό,τι στους άνδρες, λόγω κυρίως της σημαντικά μικρότερης θνησιμότητας των γυναικών από τροχαία ατυχήματα. Έτσι εξηγείται και το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής τους. Μετά τις περιγεννητικές καταστάσεις και τις συγγενείς ανωμαλίες, που καταλαμβάνουν τις δυο πρώτες θέσεις, η σημαντικότερη αιτία απώλειας χρόνων ζωής είναι για τις γυναίκες τα τροχαία ατυχήματα. Σημαντική θέση καταλαμβάνει ο καρκίνος του μαστού, ενώ στη συνέχεια, ακολουθούν τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, δηλαδή η ισχαιμική μυοκαρδιοπάθεια και οι παθήσεις των εγκεφαλικών αγγείων (Σχήμα 2.31).
sxima2.30-2.31

Η εκτίμηση της πρώιμης θνησιμότητας, μέσω του δείκτη των χαμένων χρόνων αναμενόμενης ζωής, επιτρέπει την καλύτερη εκτίμηση των προβλημάτων υγείας ενός πληθυσμού, λειτουργώντας συμπληρωματικά στους δείκτες ειδικής, κατά αιτία, θνησιμότητας. Αυτό συμβαίνει διότι ο δείκτης λαμβάνει υπ’ όψη και την ηλικία κατά την οποία συμβαίνει ο θάνατος. Έτσι, οι σημαντικότερες σύμφωνα με αυτόν αιτίες θανάτου διαφέρουν, τουλάχιστον ως προς τη βαρύτητα, με τις αιτίες θανάτου που αναγνωρίζονται  με τη μελέτη των δεικτών θνησιμότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κεντρική σημασία που δίνει στα τροχαία ατυχήματα, αλλά και στις καταστάσεις που προκαλοΰν θανάτους στη βρεφική και παιδική ηλικία, όπως οι συγγενείς ανωμαλίες.

Τα δεδομένα που εξάγονται από τη μελέτη των δεικτών χαμένων χρόνων ζωής, πρέπει, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία που υπάρχουν σχετικά με τη θνησιμότητα, να χρησιμοποιούνται κατάλληλα για τη λήψη αποφάσεων πολιτικής υγείας και για την ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, κατά το σχεδίασμά προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας.

Νοσηρότητα

Οι δείκτες νοσηρότητας είναι δύσκολο να υπολογιστούν με ακρίβεια για την Ελλάδα, γιατί τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία δεν είναι επαρκή. Για την εκτίμηση της νοσηρότητας του ελληνικού πληθυσμού χρησιμοποιούνται κυρίως δείκτες των υπηρεσιών υγείας, οι οποίοι μπορούν να εκτιμηθούν με μεγαλύτερη ακρίβεια. Αξιοποιούνται κυρίως τα στοιχεία από την καταγραφή των νοσηλευόμενων ασθενών και, συγκεκριμένα, τα στοιχεία των εξελθόντων ασθενών.
Ένας άλλος τρόπος προσέγγισης του ζητήματος της νοσηρότητας είναι με τον υπολογισμό του Προσδόκιμου Υγιούς Ζωής (Healthy Life Expectancy) και δεικτών όπως τα Χρόνια Ζωής Απαλλαγμένα από Ανικανότητα (Disability Adjusted Life Years, DALYs). To Προσδόκιμο Υγιούς Ζωής είναι πολύπλοκο στον υπολογισμό του, αλλά δίνει μία εικόνα της συνολικής νοσηρότητας ενός πληθυσμού και του βαθμού στον οποίο η αύξηση του προσδόκιμου ζωής συνοδεύεται και από βελτίωση της υγείας του πληθυσμού. Τα DALY’s υπολογίζονται με βάση τα απωλεσθέντα χρόνια ζωής εξαιτίας πρόωρου θανάτου και τα χρόνια υγιούς ζωής ανάλογα με τη διάρκεια διαφόρων προβλημάτων υγείας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), η κυριότερη αιτία απώλειας Χρόνων Ζωής Απαλλαγμένων από Ανικανότητα στην Ελλάδα είναι τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, με δεύτερη την ισχαιμική καρδιοπάθεια. Μετά τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ακολουθεί η κατάθλιψη, που θεωρείται υπεύθυνη για την απώλεια του 8% των DALY’s που χάνονται ετησίως (Πίνακας 3.1). Χαρακτηριστική είναι η παρουσία, στις δέκα σημαντικότερες αιτίες απώλειας DALY’s, πολλών χρόνιων, μη θανατηφόρων νοσημάτων και καταστάσεων, που επιβαρύνουν σημαντικά την υγεία χωρίς να εμφανίζονται στις στατιστικές θνησιμότητας. Τέτοιες περιπτώσεις είναι η απώλεια ακοής, οι άνοιες και η κατάθλιψη.
pinakas 3.1

Ως προς το Προσδόκιμο Υγιούς Ζωής, η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά καλή θέση στην παγκόσμια κατάταξη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Π.Ο.Υ. για το έτος 2002, η Ελλάδα έχει μέσο Προσδόκιμο Υγιούς Ζωής κατά τη γέννηση 71 έτη (69,1 για τους άνδρες και 72,9 για τις γυναίκες). Αυτή η επίδοση την κατατάσσει 21η παγκοσμίως και 11η στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Σχήμα 3.1). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, είναι φανερό ότι τουλάχιστον για την Ελλάδα, η διάρκεια της υγιούς ζωής είναι ανάλογη με το προσδόκιμο ζωής, στο οποίο επίσης υπερτερούν οι γυναίκες. Συνολικά, υπολογίζεται ότι οι Έλληνες άνδρες παραμένουν υγιείς στο 91,1% της ζωής τους και οι Ελληνίδες γυναίκες στο 90% της ζωής τους. Η μικρή αυτή διαφορά μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι οι γυναίκες ζουν περισσότερο και εμφανίζουν μεγαλύτερη νοσηρότητα.
sxima3.1

Οι κυριότερες αιτίες νοσηλείας του ελληνικού πληθυσμού ήταν, το 2003, τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (285.760 εισαγωγές), τα νεοπλάσματα (199.149 εισαγωγές) και οι παθήσεις του πεπτικού συστήματος (198.162 εισαγωγές). Στη συνέχεια της κατάταξης εμφανίζονται τα νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων, οι παθήσεις του ουροποιογεννητικού συστήματος, οι τραυματισμοί και οι δηλητηριάσεις από εξωτερικές αιτίες, και τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (Σχήμα 3.2). Στη συνέχεια, παρατίθενται και τα ποσοστά κάθε κατηγορίας παθήσεων επί του συνόλου των εισαγωγών στα ελληνικά νοσοκομεία το έτος 2003 (Σχήμα 3.3).
sxima3.2-3.3

Συγκρίνοντας τα πιο πρόσφατα στατιστικά στοιχεία εξελθόντων ασθενών με τα αντίστοιχα του 1997, παρατηρείται μια μεταβολή στην κατάταξη των νοσολογικών κατηγοριών, ως προς τον αριθμό των εισαγωγών. Τα νεοπλάσματα, από 4η αιτία το 1997 ανεβαίνουν στη 2η θέση και τα νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων από την 9η στην 4η θέση. Επίσης, από τη συγκριτική μελέτη των στοιχείων του 1997 και του 2003, διαπιστώνεται ότι οι τραυματισμοί και οι δηλητηριάσεις, που οφείλονται συνήθως σε ατυχήματα, το 1997 ήταν η 3η συχνότερη αιτία εισαγωγής σε νοσοκομείο, ενώ το 2003 ήταν μόλις η 6η. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, τόσο συνολικά όσο και ανά κατηγορία νοσημάτων, ο αριθμός των εξελθόντων αυξήθηκε στη διάρκεια της χρονικής περιόδου που εξετάζεται. Ο συνολικός αριθμός εισαγωγών στα ελληνικά νοσοκομεία ήταν 1.552.940 το 1997 και έφτασε το 1.940.512 το 2003, σημειώνοντας αύξηση κατά 20% (Σχήμα 3.4).
sxima3.4

Παρά τη χρησιμότητά τους, τα στοιχεία σχετικά με τη νοσοκομειακή περίθαλψη των ασθενειών δεν περιγράφουν πλήρως το νοσολογικό φάσμα ενός πληθυσμού. Πολλά νοσήματα, από αυτά που αναφέρονται ως κύριες αιτίες νοσηρότητας στον Πίνακα 3.1, αντιμετωπίζονται, ως επί το πλείστον, εξωνοσοκομειακά, και είναι δυσχερής η ικανοποιητική καταγραφή τους. Εξάλλου, καθώς ο πληθυσμός γηράσκει, ο επιπολασμός των νοσημάτων φθοράς που δεν αντιμετωπίζονται νοσοκομειακά αυξάνεται.

Το 2006 πραγματοποιήθηκε από το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και από το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, η έρευνα Hellas Health I σε αντιπροσωπευτικό δείγμα του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού. Σύμφωνα με τα ευρήματα της, το 3,3% των Ελλήνων δηλώνει ότι εμφανίζει κάποια ψυχική ή σωματική αναπηρία. Στις ηλικίες άνω των 55 ετών, το ποσοστό φτάνει το 7%. Συνολικά, το 35% του ελληνικού πληθυσμού δηλώνει ότι πάσχει από κάποιο χρόνιο νόσημα. Πρώτη σε συχνότητα είναι η αρτηριακή υπέρταση (16% του πληθυσμού) και ακολουθούν η υπερχοληστεριναιμία (9,1%), η οστεοαρθρίτιδα ισχίου ή γόνατος (6,1%) και ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου II (6%). Οι αγχώδεις διαταραχές δηλώνονται ως το πέμπτο συχνότερο χρόνιο νόσημα (4%), ενώ από καρδιακή ανεπάρκεια δηλώνει ότι πάσχει το 3,1% του πληθυσμού.
Οι γυναίκες δηλώνουν ότι πάσχουν από χρόνιο νόσημα σε μεγαλύτερο ποσοστό από τους άνδρες (39,6% έναντι 30,7%). Με εξαίρεση τα καρδιαγγειακά νοσήματα, σε όλα τα επιμέρους χρόνια νοσήματα, το ποσοστό είναι μεγαλύτερο στις γυναίκες. Αξιοσημείωτες περιπτώσεις είναι η οστεοαρθρίτιδα ισχίου ή γόνατος και οι αγχώδεις διαταραχές, όπου οι γυναίκες δηλώνουν πάσχουσες σε υπερτριπλάσιο ποσοστό σε σχέση με τους άνδρες (Πίνακας 3.2).
pinakas3.2

Η Υγεία του Παιδικού Πληθυσμού

Α. Περιγεννητική Θνησιμότητα
Ο δείκτης περιγεννητικής θνησιμότητας καθορίζεται, μεταξύ άλλων, από την ποιότητα της προγεννητικής και περιγεννητικής φροντίδας, από τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας κατά τη διάρκεια της κύησης και της λοχείας, και από το επίπεδο προστασίας της μητρότητας που παρέχει μια κοινωνία. Ωστόσο, η ανάπτυξη εξειδικευμένων μονάδων παροχής φροντίδας στα νεογνά έχει οδηγήσει στην παράταση του χρόνου κατάληξης των νεογνών με σοβαρά προβλήματα υγείας.

Η περιγεννητική θνησιμότητα στην Ελλάδα ελαττώνεται σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια, κυρίως λόγω της βελτίωσης των υπηρεσιών υγείας. Σύμφωνα με τον Π.Ο.Υ., από 25,8 ανά 1.000 γεννήσεις το 1975, έφτασε στο 6,26 ανά 1.000 γεννήσεις το 2003. Αυτή η επίδοση φέρνει την Ελλάδα χαμηλότερα από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος την ίδια χρονιά, ήταν 6,54 ανά 1.000 γεννήσεις (Σχήμα 4.1). Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη βελτίωση των συνθηκών προγεννητικής και περιγεννητικής φροντίδας τις τελευταίες δεκαετίες. Παρόλα αυτά, η Ελλάδα παρουσιάζει ακόμα έναν από τους υψηλότερους δείκτες περιγεννητικής θνησιμότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15.

Η μείωση της περιγεννητικής θνησιμότητας αντανακλά την αντίστοιχη ελάττωση της όψιμης εμβρυϊκής και της πρώιμης νεογνικής θνησιμότητας (Σχήμα 4.2). Από το 1996 ως το 2003, η πρώιμη νεογνική θνησιμότητα μειώθηκε κατά 51,6% και η όψιμη εμβρυϊκή κατά 23,1%. Επομένως, η μείωση του δείκτη περιγεννητικής θνησιμότητας αποδίδεται, κατά μείζονα λόγο, στους λιγότερους θανάτους νεογνών κατά την πρώτη εβδομάδα της ζωής.
sxima4.1-4.2

Β. Βρεφική Θνησιμότητα
Ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας υπολογίζεται ως ο αριθμός των θανάτων κατά το πρώτο έτος της ζωής ανά 1.000 γεννήσεις ζωντανών. Είναι ένας από τους ευρΰτερα χρησιμοποιούμενους επιδημιολογικοΰς δείκτες και θεωρείται ότι ανταποκρίνεται με αξιόπιστο τρόπο, στο επίπεδο ιατροκοινωνικής ανάπτυξης ενός κράτους.

Η βρεφική θνησιμότητα ελαττώνεται ραγδαία και σταθερά στην Ελλάδα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Από το 29,6%ο το 1970, έφτασε στο 4,06%ο το 2004 (Σχήμα 4.3). Η Ελλάδα έχει κατορθώσει να έχει χαμηλότερο δείκτη από πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και των 15 παλαιότερων μελών της (5,27%ο και 4,37%ο αντίστοιχα).
sxima4.3

Οι κυριότερες αιτίες βρεφικής θνησιμότητας είναι τα προβλήματα της περιγεννητικής περιόδου και οι συγγενείς και χρωμοσωμικές ανωμαλίες. Οι δυο αυτές κατηγορίες είναι υπεύθυνες για το 85% της βρεφικής θνησιμότητας. Το 2004, το 6% της βρεφικής θνησιμότητας αποδιδόταν σε παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, ενώ μικρότερη συμμετοχή είχαν ο αιφνίδιος βρεφικός θάνατος, οι τραυματισμοί και οι δηλητηριάσεις, τα λοιμώδη νοσήματα και τα κακοήθη νεοπλάσματα (Σχήμα 4.4). Συγκρίνοντας με την αντίστοιχη κατανομή του 1996, γίνεται αντιληπτή η μείωση που έχει επιτευχθεί στους θανάτους από λοιμώδη νοσήματα και εξωτερικές αιτίες (τραύματα και δηλητηριάσεις), ενώ τα αναπνευστικά νοσήματα είναι, αναλογικά, συχνότερα σήμερα. Οι καταστάσεις περιγεννητικής προέλευσης και οι συγγενείς ανωμαλίες παραμένουν διαχρονικά οι δύο κύριες αιτίες θανάτου στη βρεφική ηλικία (Σχήμα 4.5).
sxima4.4-4.5

Μετά τη μεγάλη μείωση του δείκτη βρεφικής θνησιμότητας στην Ελλάδα, η χώρα κατέχει ικανοποιητική θέση στην κατάταξη των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συγκεκριμένα, για το έτος 2004, είχε το δέκατο χαμηλότερο δείκτη βρεφικής θνησιμότητας, μεταξύ των 27 κρατών που είναι σήμερα μέλη της. Στην πρώτη θέση βρίσκεται η Κύπρος, ενώ τις υψηλότερες τιμές εμφανίζουν τα νέα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ρουμανία και η Βουλγαρία (Σχήμα 4.6).
Στην Ελλάδα, η βρεφική θνησιμότητα βελτιώνεται με ταχύτερους ρυθμούς σε σχέση με την περιγεννητική. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι επηρεάζεται περισσότερο από την άνοδο του κοινωνικού και οικονομικού επιπέδου του πληθυσμού μιας χώρας, ενώ η βελτίωση της περιγεννητικής θνησιμότητας απαιτεί, επιπλέον, την ανάπτυξη και παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών υγείας, την οργάνωση του συστήματος εντοπισμού των κυήσεων υψηλού κινδύνου, και τη βελτίωση των υποδομών και των διαδικασιών μεταφοράς επιτόκων και νεογνών.
sxima4.6

Γ. Θνησιμότητα στις ηλικίες 1-14 ετών
Οι κυριότερες αιτίες θνησιμότητας στις ηλικίες 1-4 ετών εξακολουθούν να είναι συγγενείς και χρωμοσωμικές ανωμαλίες, οι οποίες προκαλούν το 33% των θανάτων. Σημαντική αιτία θνησιμότητας αποτελούν τα τραύματα και οι δηλητηριάσεις από εξωτερικές αιτίες (23% των θανάτων). Ακολουθούν τα κακοήθη νεοπλάσματα και οι παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος, ενώ οι υπόλοιπες αιτίες συνεισφέρουν λιγότερο (Σχήμα 4.7). Το πρότυπο αυτό ισχύει σε γενικές γραμμές συνολικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
sxima4.7

Στην αμέσως επόμενη ομάδα ηλικιών, από 5 ως 14 ετών, οι συγγενείς και χρωμοσωμικές ανωμαλίες υποχωρούν στην τρίτη θέση, ενώ οι περισσότεροι θάνατοι προκαλούνται από τραύματα και δηλητηριάσεις και από κακοήθη νεοπλάσματα (33% και 32% των θανάτων αντίστοιχα). Μικρότερα ποσοστά αντιστοιχούν στις παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος και σε ενδοκρινικές και μεταβολικές παθήσεις (Σχήμα 4.8).

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε όλη την παιδική ηλικία, η μεγάλη πλειονότητα των τραυματισμών και των δηλητηριάσεων είναι συνέπεια ατυχήματος. Παρά τη μεγάλη συμμετοχή των ατυχημάτων στην αιτιολογία της παιδικής θνησιμότητας, οι θάνατοι από ατυχήματα έχουν μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Μέσα σε 15 έτη, από το 1989 ως το 2004, η προτυπωμένη θνησιμότητα από ατυχήματα σε άτομα ηλικίας ως 14 ετών μειώθηκε από 13,28 ανά 100.000 άτομα σε 4,54 ανά 100.000. Η πτώση της τάξης του 65,8% είναι ασφαλώς αξιοσημείωτη, και επιτρέπει στην Ελλάδα να συμβαδίζει με τους αντίστοιχους δείκτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εξαιτίας αυτής της μείωσης, η αναλογική συμμετοχή των ατυχημάτων στη συνολική θνησιμότητα της παιδικής ηλικίας είναι σήμερα μικρότερη απ’ ό,τι στο παρελθόν. Για τις ηλικίες 1-4 ετών, τα ατυχήματα ήταν υπεΰθυνα για το 30,6% των θανάτων το 1990, για το 28,3% το 1996 και για το 23,4% το 2004. Για τα παιδιά 5-14 ετών, τα ποσοστά ήταν 46,4% το 1990, 38,2% το 1996 και 32,8% το 2004.
sxima4.8

Ποιότητα Ζωής που Σχετίζεται με την Υγεία στους Ενηλίκους

Σύμφωνα με τον καταστατικό χάρτη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, υγεία είναι η κατάσταση πλήρους σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας και όχι η απλή απουσία της αρρώστιας ή της αναπηρίας. Σύμφωνα με τον ορισμό, η υγεία αποτελεί σύνθετο βιολογικό και ψυχο-κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο, πέρα από τις παραδοσιακές βιολογικές διαστάσεις, περιλαμβάνει και τις έννοιες της ευεξίας και της λειτουργικότητας. Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε την ανάγκη μέτρησης της σωματικής, ψυχικής και κοινωνικής ευεξίας, εννοιών που σχετίζονται με την υποκειμενική αντίληψη του ανθρώπου και υπερβαίνουν τη δυνατότητα των κλασικών σωματικών δεικτών να μετρούν με αντικειμενικότητα και ακρίβεια το επίπεδο υγείας ενός ατόμου.

Για να εκπληρωθεί αυτή η ανάγκη αναπτύχθηκε η έννοια της «Ποιότητας Ζωής που σχετίζεται με την Υγεία». Πρόκειται για μια πολυδιάστατη έννοια, η οποία περιλαμβάνει δείκτες των νοητικών, συναισθηματικών, σωματικών, κοινωνικών και συμπεριφορικών συνιστωσών της ευεξίας και της λειτουργικότητας, λαμβάνοντας υπ’ όψη τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτές από το ίδιο το άτομο. Ο υπολογισμός των δεικτών γίνεται με τη χρήση ειδικών εργαλείων μέτρησης, κυρίως ερωτηματολογίων γενικής φΰσης, όπως το Short Form Health Survey-36 (SF-36), το EuroQol κ.ά.

Με την έρευνα Hellas Health I, που πραγματοποιήθηκε το 2006 χρησιμοποιώντας το SF-36, εκτιμήθηκε η Ποιότητα Ζωής που σχετίζεται με την Υγεία στον ελληνικό πληθυσμό (Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής 2006). Με το SF-36 μετροΰνται 8 διαστάσεις της ποιότητας ζωής. Στην κλίμακα 0-100, η διάσταση της σωματικής λειτουργικότητας είχε μέση τιμή 82, ο σωματικός ρόλος 80,5, ο σωματικός πόνος 77,24, η γενική υγεία 62,02, η ζωτικότητα 63,93, ο κοινωνικός ρόλος 81,53, ο συναισθηματικός ρόλος 81,86 και η ψυχική υγεία 64,41 (Σχήμα 5.1).
sxima 5.1

Οι άνδρες υπερτερούν των γυναικών σε όλες τις διαστάσεις της ποιότητας ζωής. Ο δείκτης στον οποίο παρατηρείται η μεγαλύτερη διαφορά είναι ο σωματικός πόνος (81,83 έναντι 72,79), ενώ η μικρότερη απόσταση μεταξύ των δυο φΰλων εντοπίζεται στην ψυχική υγεία (65,42 έναντι 63,48) (Σχήμα 5.2).

Μελετώντας τις ηλικιακές ομάδες του ελληνικού πληθυσμού ως προς την ποιότητα ζωής, εντοπίζεται μια σαφής μείωση όλων των δεικτών της με την αύξηση της ηλικίας. Εκτός από τις σωματικές διαστάσεις της ποιότητας ζωής, οι οποίες είναι λογικό να επηρεάζονται σημαντικά από την αύξηση της νοσηρότητας, αξιοσημείωτες είναι και οι διαφορές στις διαστάσεις που αφορούν στον συναισθηματικό και κοινωνικό ρόλο (Πίνακας 5.1). Διακύμανση των δεικτών ποιότητας ζωής εντοπίζεται και μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών τάξεων, αλλά και ανάλογα με την επαγγελματική απασχόληση.
sxima 5.2 - pinakas 5.1

Τα ευρήματα της μελέτης σχετικά με τις πληθυσμιακές ομάδες που εμφανίζουν διαφορές στην ποιότητα ζωής συμφωνούν με αντίστοιχες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε άλλες χώρες της Ευρώπης τα τελευταία χρόνια, με χρήση του SF-36. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε σύγκριση με χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ο ελληνικός πληθυσμός εμφανίζει χαμηλότερο επίπεδο γενικής υγείας (Σχήμα 5.3). Ο τομέας όμως στον οποίο μειονεκτεί περισσότερο σε σχέση με τις ανωτέρω χώρες, είναι η ψυχική υγεία. Ένας δείκτης στον οποίο η Ελλάδα φαίνεται να βρίσκεται σε καλύτερη θέση, είναι ο σωματικός πόνος. Στις υπόλοιπες διαστάσεις της Ποιότητας Ζωής που σχετίζεται με την Υγεία, παρατηρούνται μικρές διαφορές ανάμεσα στον ελληνικό πληθυσμό και τους κατοίκους άλλων ευρωπαϊκών κρατών, για τα οποία είναι διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία.
sxima 5.3

Α. Ποιότητα Ζωής που Σχετίζεται με την Υγεία στους Εφήβους
Σύμφωνα με τα στοιχεία έρευνας που πραγματοποίησε το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο πλαίσιο διευρωπαϊκής μελέτης για την ποιότητα ζωής των εφήβων, την περίοδο 2003-2005, οι Έλληνες έφηβοι μαθητές δηλώνουν φτωχότερη ποιότητα ζωής σε πολλούς τομείς της ζωής τους, σε σχέση με συνομηλίκους τους Ευρωπαίους. Στη μελέτη συμμετείχαν 1.200 έφηβοι μαθητές (Ο¬Ι 8 ετών) και οι γονείς τους από όλη την Ελλάδα, οι οποίοι συμπλήρωσαν τα ειδικά ερωτηματολόγια KIDSCREEN (Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας Πανεπιστημίου Αθηνών, 2007).

Οι Έλληνες έφηβοι δήλωσαν σε πολΰ μικρότερο ποσοστό ότι έχουν έναν επαγγελματία υγείας που μπορεί να τους παρέχει εμπιστευτικές συμβουλές, εφόσον το χρειαστούν. Από τους εφήβους που επισκέφθηκαν κάποιον επαγγελματία υγείας μέσα στις τελευταίες 4 εβδομάδες, το μεγαλύτερο ποσοστό το έκανε για λόγους κάποιας οξείας ασθένειας ή ενόχλησης, ενώ πολΰ λίγοι επισκέφθηκαν κάποιον επαγγελματία υγείας για προληπτικό έλεγχο. Αξιοσημείωτο είναι ότι στην Ελλάδα δεν αναφέρθηκε καθόλου η επίσκεψη σε σΰμβουλο ψυχοκοινωνικής υγείας (π.χ. ψυχοθεραπευτή) κατά τους τελευταίους 12 μήνες, αν και 1,2% των εφήβων αντιμετωπίζουν ψυχολογικές διαταραχές και 1,2% άλλες αναπτυξιακές και μαθησιακές δυσκολίες, σύμφωνα με τις δηλώσεις των γονέων τους. Επίσης, ιδιαίτερα χαμηλά είναι τα ποσοστά επίσκεψης σε σχολικό επαγγελματία υγείας σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Πολωνία, σε σχέση με την Αυστρία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθρεπτίζοντας την περιορισμένη ανάπτυξη του θεσμού της πρόληψης στην κοινότητα. Σε σχέση με τη χρηματοδότηση της επίσκεψης σε επαγγελματία υγείας κατά τις τελευταίες 4 εβδομάδες, οι Έλληνες γονείς δήλωσαν το μεγαλύτερο ποσοστό αυτοχρηματοδότησης της επίσκεψης. Γενικότερα, οι Έλληνες έφηβοι μαθητές δηλώνουν μέτρια σωματική ευεξία, που είναι κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αν και πιο κάτω από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης (Σχήμα 5.4), ενώ σε σύγκριση με τους περισσότερους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους, οι Έλληνες έφηβοι μαθητές δηλώνουν φτωχότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά στην ψυχική τους ευεξία (Σχήμα 5.5).
sxima 5.4-5.5

Οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν σημαντικά φτωχότερη ποιότητα ζωής, όσον αφορά στην αυτονομία τους, γεγονός που πιθανώς αποδίδεται στο υπερφορτωμένο εξωσχολικό πρόγραμμα, που δεν τους επιτρέπει να διαθέτουν το δικό τους χρόνο για κοινωνικές σχέσεις και ψυχαγωγία. Παράλληλα, σε σύγκριση με τους περισσότερους Ευρωπαίους συνομηλίκους τους, οι Έλληνες έφηβοι μαθητές δηλώνουν χαμηλότερη ποιότητα ζωής όσον αφορά στη σχέση τους με τους γονείς και τους συνομηλίκους τους. Ενδεικτικά, 22,3% των εφήβων δήλωσε ότι οι γονείς τους έχουν αρκετό χρόνο να διαθέσουν γι’ αυτοΰς «ποτέ ή σπάνια», ενώ το 20% δήλωσαν ότι «ποτέ ή σπάνια» μπορούν να μιλήσουν στους γονείς τους όταν το θέλουν. Στις αντίστοιχες ερωτήσεις, που απάντησαν οι γονείς, μόνο το 11,8% των γονέων δήλωσαν ότι «σπάνια ή ποτέ» δεν έχουν αρκετό χρόνο για να διαθέσουν για το παιδί ενώ μόνο ένα 7% των γονέων δήλωσαν ότι το παιδί τους δεν μπορεί να τους μιλήσει όποτε θέλει.

Φτωχότερη ποιότητα ζωής δηλώνουν οι Έλληνες μαθητές και στο ζήτημα των σχέσεων με τους συνομηλίκους τους. Αντίθετα, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο βρίσκονται στη διάσταση Σχολικό Περιβάλλον, ενώ στη διάσταση Κοινωνική Αποδοχή (εκφοβισμός) στο σχολικό περιβάλλον, οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν καλύτερη ποιότητα ζωής σε σχέση με τους υπόλοιπους Ευρωπαίους (Σχήμα 5.6).
sxima5.6

Στην ερώτηση για την ποιότητα ζωής σε σχέση με τους οικονομικούς πόρους των εφήβων, οι Έλληνες έφηβοι βρίσκονται στο μέσο όρο σε σχέση με την ικανοποίηση από τα οικονομικά τους. Ωστόσο, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή κλίμακα οικονομικής ευημερίας της οικογένειας, οι Έλληνες έφηβοι μαθητές υπολείπονται των Ευρωπαίων συνομηλίκων τους σε σημαντικούς δείκτες οικονομικής ευημερίας.
Συγκεκριμένα, το 40% των εφήβων μαθητών στην Ελλάδα δεν έχει ηλεκτρονικό υπολογιστή στο σπίτι -το μεγαλύτερο ποσοστό στις χώρες που πραγματοποιήθηκε η έρευνα. Επίσης, το 31,6% των εφήβων μαθητών στην Ελλάδα δεν έχει το δικό του υπνοδωμάτιο. Μόνο χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Δημοκρατία της Τσεχίας και η Πολωνία, ξεπερνούν αυτό το ποσοστό. Το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο της οικογένειας καθορίζει, σε μεγάλο βαθμό, την ποιότητα ζωής που δηλώνουν οι Έλληνες έφηβοι σε όλες τις διαστάσεις της, με εξαίρεση τη διάσταση της αυτονομίας. Όπως αναμένεται, χειρότερη ποιότητα ζωής δηλώνουν οι έφηβοι των οποίων οι οικογένειες δεν βρίσκονται σε καλή οικονομική κατάσταση.

Το φΰλο αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που σχετίζεται με την ποιότητα ζωής. Τα κορίτσια δήλωσαν χαμηλότερη ποιότητα ζωής σε πολλές διαστάσεις της. Η εφηβεία και η έναρξη της εμμηνορρυσίας μπορεί να εξηγούν ως ένα βαθμό τη φτωχότερη σωματική και ψυχική ποιότητα ζωής που δηλώνουν τα κορίτσια σε σχέση με τα αγόρια. Επίσης, τα κορίτσια αντιμετωπίζουν εντονότερη πίεση εξαιτίας των περισσότερων κοινωνικών απαιτήσεων σχετικά με το σώμα και την εμφάνισή τους. Ακόμη, όσον αφορά στη χαμηλή επίδοση των κοριτσιών στη διάσταση της αυτονομίας, φαίνεται ότι τα αγόρια εξακολουθούν να έχουν περισσότερα προνόμια από τα κορίτσια.

Παράγοντες Κινδύνου

Α. Εισαγωγή
Τα σημαντικότερα προβλήματα υγείας των αναπτυγμένων χωρών, στις οποίες ανήκει και η Ελλάδα, συσχετίζονται αιτιολογικά με τον τρόπο ζωής και το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα, υπεΰθυνα για το 48% των θανάτων στον ελληνικό πληθυσμό, έχουν ως βασικούς παράγοντες κίνδυνου την κακή διατροφή, την έλλειψη σωματικής άσκησης, την παχυσαρκία και το κάπνισμα, παράγοντες που είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τις καθημερινές συνήθειες. Η δεύτερη αιτία θανάτου, τα κακοήθη νεοπλάσματα, οφείλονται επίσης σε σημαντικό ποσοστό στη συμπεριφορά και σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Αντίστοιχοι ισχυρισμοί μπορούν να τεκμηριωθούν για την πλειονότητα των νοσημάτων που καθορίζουν το νοσολογικό πρότυπο που επικρατεί στην Ελλάδα. Έτσι, είναι προφανής η ανάγκη μελέτης των παραγόντων κίνδυνου στο πλαίσιο της προσπάθειας κατανόησης και βελτίωσης του επιπέδου υγείας του ελληνικού πληθυσμού.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η αρτηριακή υπέρταση ήταν ο υπεύθυνος παράγοντας κινδύνου για το 25% των θανάτων που συνέβησαν στην Ελλάδα το 2002, ενώ στο κάπνισμα οφειλόταν το 19,3% των θανάτων. Ος σημαντικοί παράγοντες κινδύνου παρουσιάζονται επίσης η υψηλή χοληστερόλη, η παχυσαρκία, η καθιστική ζωή και η μειωμένη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών (Πίνακας 6.1).
pinakas 6.1

Αν, αντί της θνησιμότητας, μελετηθούν τα Χρόνια Ζωής Απαλλαγμένα από Ανικανότητα (DALY’s), τόσο η κατάταξη, όσο και τα ποσοστά των υπεύθυνων παραγόντων κίνδυνου μεταβάλλονται. Έτσι, λαμβάνοντας υπ’ όψη και την προκαλοΰμενη νοσηρότητα, ο πιο επιβλαβής παράγοντας κίνδυνου είναι το κάπνισμα, καθώς εκτιμάται ότι σε αυτό οφείλεται το 12,9% των χαμένων DALY’s. Η αρτηριακή υπέρταση είναι υπεΰθυνη για το 11,8%, το υπερβάλλον βάρος για το 8,5% και η υψηλή χοληστερόλη για το 7,6% των απωλειών. Αξίζει να τονιστεί η παρουσία της κατάχρησης αλκοόλ και της χρήσης ναρκωτικών μέσα στους 10 κυριότερους παράγοντες κίνδυνου (Πίνακας 6.2).
pinakas 6.2

Β. Διατροφή
Η διατροφή του ελληνικού πληθυσμού, παρά τις μεταβολές που παρατηρήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, εξακολουθεί να προσεγγίζει την κλασική προστατευτική «μεσογειακή δίαιτα». Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας Hellas Health I, όπου χρησιμοποιήθηκε δείκτης ισορροπημένης διατροφής, με κατώτατο όριο ικανοποιητικών τιμών το 28, ο ελληνικός πληθυσμός έχει μέση τιμή 26,6 (Σχήμα 6.1).
sxima 6.1

Σύμφωνα με τα ευρήματα, η μέση κατανάλωση ψαριού και θαλασσινών είναι περίπου 100 γρ./εβδομάδα, η μέση κατανάλωση κοτόπουλου είναι 100 γρ./εβδομάδα, ενώ η μέση κατανάλωση κόκκινου κρέατος φτάνει τα 140 γρ./εβδομάδα. Σύμφωνα με τα πρότυπα της Μεσογειακής Διατροφής, η κατανάλωση ψαριού και θαλασσινών θα πρέπει να είναι 300-360 γρ. εβδομαδιαίως, η κατανάλωση πουλερικών περίπου 240 γρ./εβδομάδα και η κατανάλωση κόκκινου κρέατος μόνο 60 γρ. εβδομαδιαίως. Παράλληλα, η κατανάλωση οσπρίων και ξηρών καρπών αγγίζει μόλις το 25% της συνιστώμενης ποσότητας. Όσον αφορά στα δημητριακά, η μέση κατανάλωση είναι περίπου 4 μερίδες, δηλαδή η μισή της συνιστώμενης.

Όσον αφορά στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, η μέση κατανάλωση είναι 2 φρούτα και 2 μερίδες λαχανικών την ημέρα, δηλαδή κατά 50% χαμηλότερη της συνιστώμενης. Η μέση κατανάλωση γαλακτοκομικώνπροϊόντων (γάλα, τυρί και γιαούρτι) είναι περίπου 2 μερίδες την ημέρα και είναι σύμφωνη με τις αρχές της Μεσογειακής Διατροφής. Η μέση κατανάλωση των γλυκών είναι περίπου 2 μερίδες ανά εβδομάδα, με ένα σημαντικό ποσοστό των νέων ηλικίας 18-34 ετών να καταναλώνουν περισσότερες από 3 μερίδες γλυκών εβδομαδιαίως.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ευρήματα σχετικά με την εστίαση εκτός οικίας, με ένα μεγάλο ποσοστό της τάξεως του 43% να δηλώνει ότι τρώει τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα εκτός οικίας. Οι άντρες (50%), τα υψηλά κοινωνικοοικονομικά στρώματα (60%), οι ανύπαντροι (66%) και οι νέοι ηλικίας 18-24 ετών (70%) είναι οι ομάδες του πληθυσμού που τρώνε πιο συχνά εκτός οικίας.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι περίπου το 52% των ατόμων είχαν πρωινό περισσότερες από τις μισές μέρες της εβδομάδας ενώ το 1/3 των ερωτηθέντων δεν καταναλώνει ποτέ πρωινό. Η συνήθεια του πρωινού σχετίζεται σημαντικά με τη διάσταση «ψυχική υγεία» της Ποιότητας Ζωής. Δηλαδή, τα άτομα που συνηθίζουν να παίρνουν τακτικά πρωινό, δηλώνουν σημαντικά καλύτερη ψυχική υγεία σε σχέση με τα άτομα που δεν τρώνε πρωινό.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ο.Ο.Σ.Α. για το 2003, οι Έλληνες καταναλώνουν, κατά μέσο όρο 422,7 κιλά φρούτων και λαχανικών το χρόνο, ποσότητα που κατατάσσει την Ελλάδα πρώτη μεταξύ των 15 παλαιότερων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, με 3.666 θερμίδες ανά ημέρα, ο ελληνικός πληθυσμός βρίσκεται στην 5η θέση σε ό,τι αφορά στην πρόσληψη θερμίδων. Η μέση κατανάλωση ζάχαρης το 2003 ήταν για την Ελλάδα 35,2 κιλά κατ’ άτομο ετησίως. Μόνο 4 χώρες είχαν χαμηλότερη κατανάλωση στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 15. Μεταξύ των ίδιων κρατών, η Ελλάδα ήταν δεύτερη στην ημερήσια πρόσληψη πρωτεϊνών (117,2 γρ./άτομο) και έκτη στην ημερήσια πρόσληψη λίπους (144,9 γρ./άτομο).

Τα ευρήματα της μελέτης EPIC επιβεβαιώνουν την υψηλή, σε σχέση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, κατανάλωση φρούτων, λαχανικών και ελαιόλαδου από τον ελληνικό πληθυσμό. Επίσης, σι Έλληνες άνδρες φαίνεται να ακολουθούν το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής σε μεγαλύτερο βαθμό και να έχουν μεγαλύτερη ενεργειακή πρόσληψη από τις Ελληνίδες γυναίκες.

Με την κακή διατροφή συνδέεται και ο υψηλός επιπολασμός της υπερχοληστεριναιμίας στον ελληνικό πληθυσμό. Σύμφωνα με την Hellas Health I, το 9,1% του πληθυσμού δηλώνει ότι έχει υψηλές τιμές χοληστερόλης, ενώ οι εκτιμήσεις του Π.Ο.Υ. αποδίδουν στην υπερχοληστεριναιμία περισσότερους από 12.000 θανάτους ετησίως.

Γ. Κάπνισμα
Τα κάπνισμα στην Ελλάδα παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα, εμφανίζοντας μια σχετική αυξητική τάση από το έτος 2000 και για τα δύο φύλα. Σύμφωνα με στοιχεία της Hellas Health I, του 2006, το 40% των Ελλήνων είναι καπνιστές και, συγκεκριμένα, το 49,9% των ενήλικων ανδρών και το 30,8% των ενήλικων γυναικών καπνίζουν σε καθημερινή βάση (Πίνακας 6.3). Τέσσερις στους δέκα καπνιστές καπνίζουν πάνω από 20 τσιγάρα ημερησίως (Σχήμα 6.2).
sxima 6.2 - pinakas 6_3

Στάσιμα παραμένουν και τα ποσοστά των νέων (18-34 ετών) που καπνίζουν, σε σύγκριση με ευρωπαϊκή μέτρηση προ πενταετίας. Συγκεκριμένα, το 44,3% των νέων καπνίζουν καθημερινά. Το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.) εκτιμά ότι το 24,6% των μαθητών ηλικίας 14-17 ετών καπνίζει καθημερινά, αν και το ποσοστό των εφήβων που έχουν καπνίσει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι σχετικά χαμηλό σε σχέση με άλλα κράτη της Ευρώπης (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. 2005). Όλα τα παραπάνω ποσοστά φέρνουν την Ελλάδα στην κορυφή της λίστας των χωρών με τα υψηλότερα ποσοστά καπνιστών πανευρωπαϊκά και ανάμεσα στις υψηλότερες θέσεις διεθνώς.
Εξάλλου, σύμφωνα με τα στοιχεία του Π.Ο.Υ. για το έτος 2000, η μέση κατανάλωση τσιγάρων στην Ελλάδα ήταν 2.457,17 κατ’ άτομο ετησίως, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανερχόταν σε 1.661,64 κατ’ άτομο ετησίως. Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και το παθητικό κάπνισμα, καθώς από τους μη καπνιστές και τους περιστασιακοΰς καπνιστές, το 31,5% δηλώνει ότι εκτίθεται σε καπνό στο σπίτι (Σχήμα 6.3) και το 38% στην εργασία (Σχήμα 6.4). Συνολικά, σύμφωνα με τον Πίνακα 6.1, πάνω από 20.000 Έλληνες πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας του καπνίσματος (19,3% των θανάτων).
sxima 6.3-6.4

Δ. Αλκοόλ
Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών στην Ελλάδα κυμαίνεται σε χαμηλά, σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση, επίπεδα. Ωστόσο, όπως φαίνεται και στον Πίνακα 6.2, η κατάχρηση οινοπνεύματος είναι υπεΰθυνη για ένα αξιόλογο ποσοστό της νοσηρότητας στον ελληνικό πληθυσμό. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η μέση κατανάλωση αλκοόλ στην Ελλάδα ήταν, το 2003, 7,68 λίτρα κατ’ άτομο ετησίως. Συγκριτικά, ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν, το ίδιο έτος, 9,11 λίτρα κατ’ άτομο ετησίως. Περίπου ένας στους πέντε Έλληνες δηλώνει ότι πίνει περισσότερες από 4 μερίδες οινοπνευματωδών ποτών την εβδομάδα.

Το Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Ψυχικής Υγιεινής (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ.) εκδίδει ετήσιες εκθέσεις για τη χρήση ναρκωτικών και οινοπνευματωδών ποτών στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το έτος 2004, δυο στους τρεις Έλληνες ηλικίας 12-64 ετών είχαν πιει κάποιο οινοπνευματώδες ποτό στο χρονικό διάστημα των 30 ημερών που προηγήθηκαν της έρευνας. Το 29,8% δήλωσε ότι πίνει τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα, ενώ το 12,8% ανέφερε περιστατικό μέθης τον τελευταίο χρόνο. Το ποσοστό των ατόμων που δηλώνει ότι έκανε χρήση αλκοόλ μέσα στο έτος εμφανίζει μικρή μείωση κατά την εικοσαετία 1984-2004, κυρίως στον εφηβικό πληθυσμό. Οι Έλληνες έφηβοι, αν και εμφανίζουν σχετικά υψηλό ποσοστό κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, που τους κατατάσσει στην πρώτη δεκάδα μεταξύ των κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρουσιάζουν μικρά ποσοστά προβληματικής χρήσης. Μεταξύ των εφήβων, τα περιστατικά μέθης, αν και αυξήθηκαν τη δεκαετία 1993-2003, παραμένουν σε πολΰ χαμηλά επίπεδα, αν συγκριθοΰν με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μόλις 2% των εφήβων αναφέρει τουλάχιστον 10 περιστατικά μέθης τον τελευταίο μήνα, την ώρα που σε χώρες όπως η Δανία και η Ιρλανδία τα ποσοστά είναι 34% και 29% αντίστοιχα (Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. 2005).

Παρά τα ευνοϊκά επίσημα στοιχεία, πρέπει να σημειωθεί ότι η λήψη αλκοόλ γίνεται, σήμερα, περισσότερο μέσω της κατανάλωσης ποτών με υψηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, ενώ παλαιότερα, η κΰρια μορφή κατανάλωσης ήταν στην Ελλάδα το κρασί. Τα τελευταία χρόνια, μετά το 2000, έγινε προσπάθεια πρόληψης των τροχαίων ατυχημάτων που σχετίζονται με το οινόπνευμα. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι έλεγχοι της Τροχαίας για μέθη αυξήθηκαν από 365.388 το 2000 σε 1.281.102 το 2004, ενώ το ποσοστό των θετικών ελέγχων μειώθηκε από 8,3% σε 3,2% των οδηγών που ελέγχθηκαν. Το 2000, τα τροχαία ατυχήματα που σχετίζονται με τη λήψη οινοπνευματωδών ποτών ήταν 19,41 ανά 100.000 κατοίκους, ενώ το 2004 είχαν ήδη μειωθεί στα 13,12 ανά 100.000 κατοίκους. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου επίσης παρατηρείται πτωτική πορεία, ο αριθμός ατυχημάτων ήταν, το 2004, 19,48 ανά 100.000 άτομα.

Ε. Παχυσαρκία
Ένας από τους πλέον εύχρηστους δείκτες εκτίμησης του σωματικού βάρους είναι ο Δείκτης Μάζας Σώματος-Δ.Μ.Σ. (Body Mass Index, ΒΜΙ). Σύμφωνα με την κατάταξη του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, τα άτομα με Δ.Μ.Σ. μεγαλύτερο του 25kg/m2 χαρακτηρίζονται ως υπέρβαρα, ενώ από τα 30kg/m2 και πάνω, κατατάσσονται ως παχύσαρκα.

Τρεις μεγάλες και πρόσφατες έρευνες στον ελληνικό πληθυσμό εκτίμησαν ότι ο μέσος Δ.Μ.Σ. των Ελλήνων είναι μεταξύ 26,2-26,4kg/m2, με τους άνδρες να έχουν μέσο Δ.Μ.Σ. 27,4kg/m2 και τις γυναίκες 25,3kg/m2. Τα στοιχεία από τις ίδιες μελέτες δείχνουν ότι η μέση τιμή του Δ.Μ.Σ. αυξάνεται με την ηλικία, ενώ και σι έγγαμοι εμφανίζονται υπέρβαροι και παχύσαρκοι σε μεγαλύτερα ποσοστά από τους άγαμους. Το φαινόμενο αυτό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στη μεγαλύτερη μέση ηλικία των παντρεμένων. Επίσης, τα ποσοστά των υπέρβαρων και παχύσαρκων είναι χαμηλότερα μεταξύ των ατόμων υψηλού μορφωτικού και κοινωνικοοικονομικού επιπέδου.

Το ποσοστό των παχύσαρκων στον ελληνικό πληθυσμό ήταν, το 2006, 16,4% (14,3% στους άνδρες και 18,3% στις γυναίκες). Αν συνυπολογιστούν και σι υπέρβαροι, το ποσοστό του πληθυσμού με μη φυσιολογικό βάρος ανέρχεται στο 57,7% (Πίνακας 6.4). Ο αριθμός αυτός καθιστά τον ελληνικό πληθυσμό έναν από τους πιο υπέρβαρους στην Ευρώπη. Μεταξύ των 15 παλαιότερων μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μόνο το Ηνωμένο Βασίλειο εμφανίζει υψηλότερο ποσοστό.
pinakas 6.4

ΣΤ. Σωματική άσκηση
Η έλλειψη σωματικής άσκησης είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες κίνδυνου για πολλά νοσήματα, με κυριότερα τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος. Σύμφωνα με τα ευρήματα της Hellas Health I, το 2006 το 34,5% των ανδρών και το 44,7% των γυναικών στον ελληνικό πληθυσμό δήλωναν αδρανείς (Σχήμα 6.5). Αντιθέτως, τα άτομα που δήλωσαν ότι έχουν συχνή (2-3 φορές την εβδομάδα) έντονη σωματική δραστηριότητα δήλωσαν και σημαντικά καλύτερη ποιότητα ζωής σχετιζόμενη με την υγεία, σε όλες τις διαστάσεις της. Οι έγγαμοι, οι κάτοικοι των αστικών περιοχών, όσοι ανήκουν σε χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και οι συγκριτικά μεγαλύτεροι σε ηλικία, εμφανίζουν υψηλότερα ποσοστά σωματικής αδράνειας.
sxima 6.5

Ζ. Ναρκωτικά
Οι εκτιμήσεις του Ε.Π.Ι.Ψ.Υ. για τη χρήση παράνομων ναρκωτικών ουσιών στην Ελλάδα το 2004 αναφέρουν ότι το 8,6% του ελληνικού πληθυσμού ηλικίας 12-64 ετών έχει κάνει χρήση παράνομης ουσίας μία ή περισσότερες φορές στη ζωή του. Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν οι άνδρες (13,3% έναντι 3,9% των γυναικών) και τα άτομα ηλικίας 18-35 ετών (12,2%). Πρόσφατη χρήση, δηλαδή χρήση μέσα στους 12 τελευταίους μήνες, αναφέρει το 4,6% του πληθυσμού 18-24 ετών και το 2,9% του πληθυσμού 25- 35 ετών. Το μεγαλύτερο μέρος της χρήσης παράνομων ουσιών αφορά στην κάνναβη. Διαχρονικά, η χρήση ναρκωτικών ουσιών παρουσίασε σημαντική αύξηση στο διάστημα 1984 - 1998 και στη συνέχεια ακολουθεί πτωτική πορεία.

Μεταξύ των μαθητών ηλικίας 14-17 ετών, η κάνναβη είναι η πιο δημοφιλής παράνομη ουσία. Το 10% των μαθητών αυτής της ηλικίας δηλώνει ότι έχει κάνει χρήση ναρκωτικών τουλάχιστον μία φορά στη ζωή του. Συγκριτικά, το 1984 και το 1993, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 8,3% και το 1998 είχε φτάσει το 15,2%. Σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι Έλληνες έφηβοι εμφανίζουν μικρά ποσοστά χρήσης, ιδιαίτερα κάνναβης. Η μόνη κατηγορία στην οποία φαίνεται να βρίσκονται ψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο είναι τα εισπνεόμενα.

Το 2004, οι βεβαιωθέντες θάνατοι από ναρκωτικά ήταν 226, αν και οι καταγραφές είναι ελλιπείς, ενώ θάνατοι από AIDS, ηπατίτιδα και άλλα νοσήματα που σχετίζονται με τη χρήση ναρκωτικών, δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτόν τον αριθμό. Από το 2001, όταν οι θάνατοι από ναρκωτικά ήταν 321, παρατηρείται μια σαφής πτώση. Ωστόσο, η θνησιμότητα είναι πολΰ αυξημένη σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1990, καθώς τα στοιχεία του 1993 αναφέρονται σε μόλις 78 βεβαιωθέντες θανάτους από παράνομες ουσίες.

Κοινωνικές Ανισότητες στην Υγεία

Η σχέση του εισοδήματος με το επίπεδο υγείας έχει τεκμηριωθεί με πολλές παρατηρήσεις, σε διαφορετικούς πληθυσμούς. Η αλληλεπίδραση ανάμεσα στο εισόδημα, την κοινωνική θέση και την υγεία είναι πολύπλοκη, ωστόσο είναι προφανές ότι η υψηλή κοινωνικοοικονομική θέση συσχετίζεται με καλύτερη υγεία. Οι κοινωνικές ανισότητες στην υγεία αυξάνονται τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, όπως καταδεικνύεται από σχετικές έρευνες. Οι ανισότητες περιλαμβάνουν το επίπεδο υγείας, την έκθεση σε κίνδυνους και τη χρήση των υπηρεσιών υγείας.

Σύμφωνα με τα ευρήματα της πανελλαδικής έρευνας Hellas Health I, τα χρόνια νοσήματα είναι πιο συχνά στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις σε σύγκριση με ιις ανώτερες (36,9% έναντι 30,4%) (Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, 2006). Σε ορισμένα δε νοσήματα, όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, η διαφορά είναι σχεδόν διπλάσια (6,2% έναντι 3%) (Πίνακας 7.1).

Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται και στις μετρήσεις της «Ποιότητας Ζωής που σχετίζεται με την υγεία», όπου τα άτομα με υψηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο εμφανίζουν καλυτέρους δείκτες από τα άτομα των χαμηλότερων στρωμάτων, τόσο στη γενική υγεία, όσο και στις υπόλοιπες διαστάσεις της ποιότητας ζωής (Σχήμα 7.1). Το ίδιο ισχύει και για τους εφήβους μαθητές. Σύμφωνα με τη μελέτη του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Πανεπιστημίου Αθηνών για την ποιότητα ζωής των Ελλήνων εφήβων μαθητών (12-18 ετών), η οικονομική κατάσταση της οικογένειας καθορίζει, σε μεγάλο ποσοστό, την ποιότητα ζωής που δηλώνουν οι έφηβοι. Οι μαθητές από οικογένειες με υψηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο δηλώνουν καλύτερη ποιότητα ζωής σε όλες τις διαστάσεις εκτός από την αυτονομία (Σχήμα 7.2). Τιμές στους δείκτες ποιότητας ζωής που προσεγγίζουν το 100 σημαίνουν καλύτερη ποιότητα ζωής.
sxima 7.1 - pinakas 7.1
sxima 7.2

Η έκθεση σε παράγοντες κίνδυνου είναι επίσης μεγαλύτερη για τα άτομα χαμηλής κοινωνικοοικονομικής τάξης. Η διατροφή τους απέχει από το πρότυπο της ισορροπημένης «μεσογειακής διατροφής» περισσότερο απ’ ό,τι των ατόμων που ανήκουν στην ανώτερη και ανώτατη τάξη. Επιπλέον, εμφανίζουν συχνότερα προβλήματα αϋπνίας. Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζεται και το γεγονός ότι, κατά κανόνα, οι εργαζόμενοι της κατώτερης κοινωνικής τάξης εκτίθενται σε επαγγελματικούς κίνδυνους σε μεγαλύτερο βαθμό. Ανισότητες καταγράφονται και στη χρήση των υπηρεσιών υγείας. Ενώ το 80% των ατόμων των ανώτερων εισοδηματικών στρωμάτων είχαν επαφή με επαγγελματίες υγείας τον τελευταίο χρόνο, το αντίστοιχο ποσοστό για τα κατώτερα στρώματα ήταν 65%. Στη διενέργεια προληπτικών εξετάσεων, διαφορές διαπιστώνονται σε όλες τις κατηγορίες, με πιο σημαντικές τη μέτρηση του PSA (41,4% έναντι 19,7%) και τη δακτυλική εξέταση (37,9% έναντι 8,2%)(Πίνακας 7.2). Ανάλογες διαφορές παρατηρούνται και μεταξύ των ασφαλισμένων βασικών ταμείων, όπου παρατηρήθηκε μεγαλύτερη συχνότητα προληπτικών εξετάσεων στους ασφαλισμένους στο δημόσιο σε σχέση με τους ασφαλισμένους στο Ι.Κ.Α. και στον Ο.Γ.Α. Τα αίτια των μεγάλων κοινωνικών ανισοτήτων στη χρήση των υπηρεσιών υγείας ανάγονται, στην Ελλάδα, κυρίως στην πολυδιάσπαση των ταμείων και στις άνισες παροχές τους, καθώς και στη συνεχή υποβάθμιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.
pinakas 7.2

Οι ανισότητες στην υγεία καθίστανται έκδηλες και σε γεωγραφικό επίπεδο. Οι δείκτες υγείας διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των διαφόρων διοικητικών περιφερειών της Ελλάδας. Οι ανισότητες μεταξύ περιφερειών ερμηνεύονται από τις διαφορετικές κοινωνικές, οικονομικές και βιολογικές συνθήκες που επικρατούν, από τη μη ορθολογική κατανομή των πόρων υγείας σε όλη την έκταση της χώρας και, βεβαίως, από τις τοπικές ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής. Στον Πίνακα 7.3 φαίνονται σι μεγάλες διακυμάνσεις μεταξύ των περιφερειών της Ελλάδας ως προς το εισόδημα, την ανεργία και τη γενική θνησιμότητα, από όλες τις αιτίες.

Από τα στοιχεία αυτά, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί άμεση συσχέτιση ανάμεσα στα οικονομικά μεγέθη και τη θνησιμότητα. Κάτι τέτοιο είναι λογικό, από τη στιγμή που η εξάρτηση δεν είναι άμεση. Το οικονομικό επίπεδο επιδρά σε σχέση και με άλλους κοινωνικούς παράγοντες, όπως η εκπαίδευση, η κατοικία, η κοινωνική συνοχή και η ασφάλιση. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η περιοχή με την υψηλότερη προτυπωμένη θνησιμότητα (768,3 ανά 100.000 κατοίκους), η περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, έχει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) στην Ελλάδα. Η χαμηλότερη θνησιμότητα παρατηρείται στην Ήπειρο (620,3 ανά 100.0 κατοίκους) και είναι 19,3% μικρότερη από τη θνησιμότητα της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.
pinakas 7.3

Διαφορές μεταξύ των περιφερειών της χώρας δεν παρατηρούνται μόνο ως προς το γενικό δείκτη θνησιμότητας από όλες τις αιτίες. Τα καρδιαγγειακά νοσήματα κατέχουν παντού την πρώτη θέση μεταξύ των αιτίων θανάτου, αλλά το ποσοστό συμμετοχής τους διαφέρει από περιφέρεια σε περιφέρεια. Έτσι, η Ανατολική Μακεδονία και η Θράκη έχουν το υψηλότερο ποσοστό καρδιαγγειακών νοσημάτων (51,7% των θανάτων οφείλεται σε παθήσεις του κυκλοφορικού), ενώ το μικρότερο ποσοστό παρατηρείται στην Κρήτη, όπου μόλις το 43,1% των θανάτων αποδίδεται σε καρδιαγγειακά νοσήματα. Αντίστοιχες διαπιστώσεις μπορούν να γίνουν και για τις άλλες αιτίες θανάτου. Στην Κεντρική Μακεδονία, το 25,2% των θανάτων συμβαίνει εξαιτίας κακοήθων νεοπλασμάτων, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό στα Ιόνια νησιά είναι 21%. Η Ήπειρος εμφανίζει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία συμμετοχή των ατυχημάτων στη συνολική θνησιμότητα, με 5,3%, και το Βόρειο Αιγαίο τη μικρότερη, με 3,8% (Πίνακας 7.4).
pinakas 7.4

Τέλος, ανισότητες παρατηρούνται και ως προς τις προσφερόμενες υπηρεσίες υγείας, μεταξύ των γεωγραφικών περιφερειών (Πίνακας 7.5). Η Αττική έχει μεγάλο αριθμό γιατρών και κλινών (65,13 και 56,39 ανά 10.000 κατοίκους αντίστοιχα) και δέχεται ασθενείς και από άλλες περιοχές της χώρας. Αντίθετα, περιοχές όπως η Στερεά Ελλάδα υστεροΰν τόσο σε γιατρούς όσο και σε κλίνες. Η Θράκη έχει ικανοποιητικό αριθμό γιατρών (41,06 ανά 10.000 κατοίκους), αλλά λίγες κλίνες (32,43 ανά 10.000 κατοίκους). Γενικά, διαπιστώνονται πολΰ μεγάλες διακυμάνσεις στην κατανομή και τη διαθεσιμότητα των υπηρεσιών υγείας ανάμεσα σε διαφορετικές -ακόμα και γειτονικές- περιοχές της Ελλάδας.
pinakas 7.5

Συμπεράσματα από τη Μελέτη "Η Υγεία του Ελληνικού Πληθυσμού"

  • Τα τελευταία 10 χρόνια (1996 - 2006) ο συνολικός πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε κατά 4,2%, κυρίως λόγω της μετανάστευσης.
  • Η ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών αυξήθηκε από 13,3% στο σύνολο του πληθυσμού το 1983, σε 18,5% το 2006, με αποτέλεσμα την περαιτέρω δημογραφική γήρανση του πληθυσμού.
  • Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση διαμορφώθηκε, το 2004, στα 76,67 έτη για τους άντρες και στα 81,46 έτη για τις γυναίκες, εμφανίζοντας μικρή αυξητική τάση, κυρίως λόγω της μείωσης της περιγεννητικής και βρεφικής θνησιμότητας.
  • Η Ελλάδα, σε ό,τι αφορά το προσδόκιμο ζωής, κατατασσόταν το 2004 στην 11η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το 2001 κατείχε την 7η θέση και το 1991 τη 2η.
  • Το προσδόκιμο ζωής στην ηλικία των 65 ετών στην Ελλάδα, βρίσκεται πλέον κάτω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ μέχρι το 1999 ήταν υψηλότερο.
  • Η γενική θνησιμότητα παρουσιάζει σταθερή μείωση τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες, όμως η μείωση αυτή είναι με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Οι κύριες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα είναι τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (48%), τα κακοήθη νεοπλάσματα (25%), τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (7%) και τα ατυχήματα (5%).
  • Τα ατυχήματα κατέχουν την πρώτη θέση στις ηλικίες μέχρι 44 ετών, οι κακοήθεις νεοπλασίες στις ηλικίες 45-59 ετών και τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος στις ηλικίες άνω των 60 ετών.
  • Η θνησιμότητα από νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος εμφανίζει μείωση στην Ελλάδα, ο ρυθμός όμως μείωσης είναι βραδύτερος απ’ ό,τι στις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με αποτέλεσμα να υπερβαίνει αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Από τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, τη συχνότερη αιτία θανάτου αποτελούν οι παθήσεις των εγκεφαλικών αγγείων και ακολουθεί η ισχαιμική καρδιοπάθεια, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η ισχαιμική καρδιοπάθεια είναι η πρώτη αιτία θανάτου.
  • Η διαφορά αυτή πιθανόν να οφείλεται σε λάθη καταγραφής των αιτίων θανάτου, ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα άνω των 75 ετών.
  • Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα στην Ελλάδα είναι μικρότερη από το μέσο όρο της Ε.Ε. και παραμένει σταθερή την τελευταία 20ετία ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώνεται στο διάστημα αυτό.
  • Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα στους άντρες είναι σχεδόν διπλάσια απ’ ό,τι στις γυναίκες, λόγω της μεγάλης συχνότητας των νεοπλασμάτων του αναπνευστικού συστήματος εξαιτίας του καπνίσματος.
  • Στις γυναίκες, τα νεοπλάσματα του μαστού αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου από νεοπλάσματα και ακολουθούν τα νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος.
  • Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος και της ουροδόχου κύστης είναι υψηλότερη από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ στα υπόλοιπα νεοπλάσματα, η θνησιμότητα είναι χαμηλότερη.
  • Η θνησιμότητα από ατυχήματα είναι πολύ μεγαλύτερη στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες και βρίσκεται άνω του μέσου όρου της Ε.Ε., παρά το γεγονός ότι ακολουθεί πτωτική τάση.
  • Το 55,9% των θανάτων από ατυχήματα οφείλονται στα τροχαία, τα οποία όμως παρουσιάζουν σημαντική μείωση μετά το 1996.
  • Τα ατυχήματα είναι υπεύθυνα για το 27% των χαμένων χρόνων ζωής, που εκφράζουν την πρώιμη θνησιμότητα, και ακολουθούν τα κακοήθη νεοπλάσματα (24%) και τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (21%).
  • Στους άντρες, η κύρια αιτία χαμένων χρόνων ζωής είναι τα ατυχήματα και ακολουθεί η ισχαιμική καρδιοπάθεια και ο καρκίνος του πνεύμονα, ενώ στις γυναίκες προηγούνται οι περιγεννητικές καταστάσεις και ακολουθούν οι συγγενείς ανωμαλίες και τα τροχαία ατυχήματα.
  • Στο Προσδόκιμο Υγιούς Ζωής, η Ελλάδα με 71 έτη (69,1 για τους άντρες και 72,9 για τις γυναίκες) το 2002, κατέχει την 21η θέση διεθνώς και την 11η στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Οι κύριες αιτίες νοσηλείας του ελληνικού πληθυσμού ήταν, το 2003, τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος (15%), τα νεοπλάσματα (10%) και τα νοσήματα του πεπτικού συστήματος (10%).
  • Σε σχέση με το 1997, τα νεοπλάσματα, από την 4η θέση βρίσκονται στην 2η, και τα νοσήματα του νευρικού συστήματος και των αισθητηρίων οργάνων από την 9η στην 4η θέση.
  • Κατά την περίοδο 1997 - 2003, ο αριθμός των εξελθόντων ασθενών αυξήθηκε τόσο συνολικά (20%) όσο και ανά κατηγορία νοσημάτων.
  • Το 35% του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού πάσχει από ένα χρόνιο νόσημα. Προηγείται σε συχνότητα η υπέρταση και ακολουθούν η υπερχοληστεριναιμία, οι αρθρίτιδες, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι αγχώδεις διαταραχές.
  • Η περιγεννητική θνησιμότητα στην Ελλάδα ελαττώνεται σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια. Το 2003 ήταν 6,26 ανά 1.000 γεννήσεις, ενώ ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση την ίδια χρονιά ήταν 6,54.
  • Μεγαλύτερη μείωση παρουσιάζει ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας.
  • Από 29,6% το 1970, έφτασε στο 4,06%ο το 2004, που είναι χαμηλότερος του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (5,27%).
  • Οι κυριότερες αιτίες βρεφικής θνησιμότητας είναι τα προβλήματα της περιγεννητικής περιόδου και οι χρωμοσωματικές ανωμαλίες.
  • Σε σύγκριση με το 1996 έχει επιτευχθεί μείωση στους θανάτους από λοιμώδη νοσήματα και εξωτερικές αιτίες.
  • Παρά το γεγονός ότι οι θάνατοι από ατυχήματα στην παιδική ηλικία έχουν μειωθεί κατά 65,8% τα τελευταία 15 χρόνια, συνεχίζουν να αποτελούν την πρώτη αιτία της παιδικής θνησιμότητας.
  • Η Ποιότητα Ζωής που σχετίζεται με την Υγεία στον ενήλικο ελληνικό πληθυσμό παρουσιάζει χαμηλές τιμές στις διαστάσεις της γενικής υγείας (62,02/100) και της ψυχικής υγείας (64,41/100) και σχετικά υψηλότερες τιμές στις διαστάσεις του κοινωνικού ρόλου (81,53/100) και του συναισθηματικού ρόλου (81,86/100).
  • Οι άντρες υπερτερούν των γυναικών και στις 8 διαστάσεις της ποιότητας ζωής που σχετίζεται με την υγεία, ενώ σε όλες τις διαστάσεις υπάρχει μείωση με την αύξηση της ηλικίας.
  • Οι Έλληνες εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές στη διάσταση της γενικής υγείας και κυρίως στη διάσταση της ψυχικής υγείας σε σύγκριση με χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, και υπερτερούν στη διάσταση του σωματικού πόνου.
  • Η ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία στους έλληνες εφήβους υστερεί άλλων ευρωπαϊκών χωρών στις περισσότερες διαστάσεις, κυρίως στην ψυχική ευεξία και υπερτερεί μόνο στις διαστάσεις του σχολικού περιβάλλοντος και του κοινωνικού αποκλεισμού.
  • Η υπέρταση ευθύνεται για το 25% του συνόλου των θανάτων, το κάπνισμα για το 19,3%, η υψηλή χοληστερόλη για το 11,6%, ο υψηλός Δείκτης Μάζας Σώματος για το 8,3%, η καθιστική ζωή για το 5% και η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών για το 3,9%.
  • Σε ό,τι αφορά στα Χρόνια Ζωής Απαλλαγμένα από Ανικανότητα (DALY5s), ο πιο επιβλαβής παράγοντας κινδύνου είναι το κάπνισμα (12,9%) και ακολουθούν η αρτηριακή υπέρταση (11,8%), ο υψηλός Δ.Μ.Σ. (8,5%) και η υψηλή χοληστερόλη (7,6%), η κατάχρηση αλκοόλ (4,3%), η καθιστική ζωή (3,5%) και η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών (2,6%).
  • Η διατροφή των Ελλήνων παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις της τάξης του 50% από τις βασικές προδιαγραφές της Μεσογειακής Δίαιτας.
  • Ο δείκτης ισορροπημένης διατροφής είναι 26,6 με κατώτατο όριο ικανοποιητικών τιμών το 28.
  • Η εστίαση εκτός οικίας είναι ιδιαίτερα συχνή, ενώ 1 στους 3 Έλληνες δεν λαμβάνει το πρωινό γεύμα.
  • Παρόλα αυτά, η διατροφή των Ελλήνων παραμένει ικανοποιητική σε σύγκριση με τις άλλες αναπτυγμένες χώρες, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, όπου κατέχουμε την 1η θέση.
  • Η Ελλάδα κατέχει στο κάπνισμα μία από τις υψηλότερες θέσεις διεθνώς.
  • Το 40% των ενήλικων ελλήνων είναι καπνιστές (49,9% των ανδρών και το 30,8% των γυναικών), με αυξητικές τάσεις και στα δύο φύλα τα τελευταία χρόνια.
  • Το 24,6% των μαθητών ηλικίας 14-17 ετών καπνίζει καθημερινά, ενώ στάσιμα παραμένουν την τελευταία 5ετία τα ποσοστά των νέων 18-34 ετών που καπνίζουν.
  • Σημαντικό πρόβλημα αποτελεί και το παθητικό κάπνισμα καθώς, από τους μη-καπνιστές, το 31,5% δηλώνει ότι εκτίθεται σε κάπνισμα στο σπίτι και το 38% στην εργασία.
  • Συνολικά, πάνω από 20.000 Έλληνες πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας του καπνίσματος.
  • Η κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών στην Ελλάδα κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Περίπου 1 στους 5 Έλληνες δηλώνει ότι πίνει περισσότερο από 4 μερίδες οινοπνευματωδών ποτών την εβδομάδα.
  • Μεταξύ των εφήβων, τα περιστατικά μέθης, αν και αυξήθηκαν τη δεκαετία 1993 - 2003, παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  • Ο μέσος Δείκτης Μάζας Σώματος των Ελλήνων είναι μεταξύ 26,2-26,4 kg/m2, όταν η ανώτερη φυσιολογική τιμή είναι 25 kg/m2.
  • Το ποσοστό του πληθυσμού με αυξημένο σωματικό βάρος ανέρχεται στα 57,7%, γεγονός που μας κατατάσσει στη 2η χειρότερη θέση μετά το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 15.
  • Σε ό,τι αφορά τη σωματική άσκηση, το 34,5% των ανδρών και το 44,7% των γυναικών στον ενήλικο πληθυσμό, δηλώνουν σωματικά αδρανείς.
  • Το 8,6% του ελληνικού πληθυσμού ηλικίας 12-64 ετών έχει κάνει χρήση παράνομης ναρκωτικής ουσίας. Υψηλότερα ποσοστά εμφανίζουν οι άντρες (13,3% έναντι 3,9% των γυναικών), και τα άτομα ηλικίας 18-35 ετών (12,2%).
  • Διαχρονικά, η χρήση παράνομων ναρκωτικών παρουσίασε σημαντική αύξηση στο διάστημα 1984 - 1998 και στη συνέχεια παρουσίασε πτωτική πορεία.
  • Σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι Έλληνες έφηβοι εμφανίζουν μικρότερα ποσοστά χρήσης, ιδιαίτερα κάνναβης.
  • Σημαντικές κοινωνικές ανισότητες παρουσιάζουν οι δείκτες υγείας του ελληνικού πληθυσμού. Τα χρόνια νοσήματα είναι πιο συχνά στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις (36,9%) σε σύγκριση με τις ανώτερες (30,4%).
  • Σε ορισμένα νοσήματα, όπως στον σακχαρώδη διαβήτη, η διαφορά είναι σχεδόν διπλάσια (6,2% έναντι 3%).
  • Αντίστοιχες διαφορές παρατηρούνται και σε όλες τις διαστάσεις της ποιότητας ζωής που σχετίζεται με την υγεία.
  • Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στους παράγοντες κινδύνου διατροφή, άσκηση, αϋπνία, κ.ά. -πλην του καπνίσματος, που είναι πιο συχνό στα ανώτερα στρώματα- σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες.
  • Ανισότητες στην υγεία παρατηρούνται και κατά γεωγραφικές περιοχές, με την Αν. Μακεδονία και Θράκη, που έχει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν Α.Ε.Π., να παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη γενικής θνησιμότητας (768,3 ανά 100.000 κατοίκους) και το υψηλότερο ποσοστό καρδιαγγειακών νοσημάτων.

 

Αποτρεπτή Θνησιμότητα

Α. Εισαγωγή
Η έννοια της αποτρεπτής θνησιμότητας (avoidable mortality) αποτελεί ένα από τα πλέον σύγχρονα εργαλεία για την αποτίμηση της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών υγείας σε έναν δεδομένο πληθυσμό, επιτρέποντας την εξαγωγή χρήσιμων συμπερασμάτων για τη συνολική συνεισφορά της φροντίδας υγείας στη διαμόρφωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού (Holland 1988). Η προσέγγιση αυτή χρησιμοποιεί τους ήδη διαθέσιμους δείκτες θνησιμότητας και βασίζεται στην έννοια των θανάτων από συγκεκριμένες αιτίες, οι οποίοι θα μπορούσαν να αποφευχθούν μέσω κατάλληλων προληπτικών παρεμβάσεων ή να αποτραπούν με την παρουσία αποτελεσματικής και έγκαιρης φροντίδας.
Η αποτρεπτή θνησιμότητα αποτελεί το μέγεθος το οποίο ορίζεται από το τμήμα της παρατηρούμενης θνησιμότητας που οφείλεται σε νόσους (ως αιτίες θανάτου), οι οποίες στη δεδομένη χρονική στιγμή θεωρούνται ως ιάσιμες (Nolte και Mckee 2004). Υπό την έννοια αυτή, η αποτρεπτή θνησιμότητα αποτελεί το τμήμα εκείνο της θνησιμότητας που θεωρητικά τουλάχιστον θα μπορούσε να αποτραπεί στο βαθμό που εφαρμόζονταν όλες οι γνωστές και καθιερωμένες στη δεδομένη χρονική στιγμή πρακτικές της ιατρικής επιστήμης και τεχνικής.

Τα πλεονεκτήματα από τη χρήση της αποτρεπτής θνησιμότητας ως μεγέθους αποτύπωσης της αποτελεσματικότητας των υπηρεσιών υγείας σε μεγάλους πληθυσμούς, σε σχέση με τα κλασικά μεγέθη, όπως η γενική θνησιμότητα, η κατά επιλεγμένες αιτίες θνησιμότητα και το προσδόκιμο επιβίωσης, είναι πολλά και σημαντικά (Ruzicka 1990). Συγκεκριμένα, η χρήση της αποτρεπτής θνησιμότητας σε σχέση με τους κλασικούς δείκτες της γενικής θνησιμότητας ή του προσδόκιμου επιβίωσης, παρουσιάζει το πλεονέκτημα του μη επηρεασμού από την επίπτωση νοσημάτων που ούτως ή άλλως (ανεξαρτήτως των εφαρμοζόμενων παρεμβάσεων) θα οδηγούσαν στο θάνατο ένα μέρος του υπό διερεύνηση πληθυσμού. Παράλληλα, η αποτρεπτή θνησιμότητα δεν επηρεάζεται από την ηλικιακή σύνθεση του υπό εξέταση πληθυσμού, καθώς στις πολύ μεγάλες ηλικιακές κατηγορίες, ένας σημαντικός αριθμός νοσημάτων θεωρούνται ανίατα.
Παράλληλα, η αποτρεπτή θνησιμότητα δεν επηρεάζεται -τουλάχιστον σε τόσο σημαντικό βαθμό- από φαινόμενα του τύπου του φαινομένου «γενεάς» ή «κοορτής» (co¬hort phenomenon). Ιδιαίτερα συχνά στη μεταπολεμική περίοδο, ισχυροί περιβαλλοντικοί παράγοντες δημιούργησαν εντός του ιδίου πληθυσμού, γενεές-υποσύνολα του πληθυσμού με διαφορετικά χαρακτηριστικά τρόπου ζωής και άρα τρωτότητας σε μια σειρά από νοσολογικούς παράγοντες. Το γεγονός αυτό επηρεάζει την αποτύπωση της γενικής θνησιμότητας του συνολικού πληθυσμού, ο οποίος περιλαμβάνει γενεές με διαφορετικά διακριτά χαρακτηριστικά.

Η αποτρεπτή θνησιμότητα υπερέχει σαφώς έναντι της ειδικής κατά αιτία θνησιμότητας, καθώς αποτυπώνει μια γενική συνισταμένη της αποτελεσματικότητας του συνόλου των υπηρεσιών υγείας στον υπό εξέταση πληθυσμό και όχι μιας και μόνης θεραπευτικής ή διαγνωστικής παρέμβασης, η οποία στοχεύει σε μια συγκεκριμένη νόσο. Παράλληλα, η χρήση του δείκτη της αποτρεπτής θνησιμότητας επιτρέπει τη συνθετική αποτύπωση των αποτελεσμάτων που προκύπτουν από παρεμβάσεις που είτε συνδέονται μεταξύ τους, είτε εφαρμόζονται σε μια πλειάδα νοσολογικών καταστάσεων (π.χ. διαγνωστικές μέθοδοι, θεραπευτικές παρεμβάσεις επείγουσας ιατρικής και εντατικής θεραπείας). Τέλος, με τη χρήση του δείκτη της αποτρεπτής θνησιμότητας συνυπολογίζεται η πιθανότητα που έχει μια θεραπευτική παρέμβαση για μια συγκεκριμένη νόσο να αποτρέπει μεν το θάνατο από τη νόσο αυτή, αλλά πιθανώς να τον επιταχύνει από μια διαφορετική παρεμπίπτουσα νόσο, η οποία αφενός ίσως να μην επισυνέβαινε, αφετέρου να θεωρείται εξίσου ιάσιμη στη δεδομένη χρονική στιγμή.

Η έννοια της αποτρεπτής θνησιμότητας, όπως χρησιμοποιείται τα τελευταία 30 χρόνια, διατυπώθηκε από τον καθηγητή David Rutstein της ιατρικής σχολής του πανεπιστημίου Harvard των Η.Π.Α. κατά τη δεκαετία του 1970 (Rutstein et al. 1976). Ο Rutstein εισήγαγε την έννοια των «άσκοπων πρόωρων θανάτων», προτείνοντας έναν κατάλογο από καταστάσεις οι οποίες δεν θα έπρεπε να συνεπάγονται το θάνατο υπό την προϋπόθεση της έγκαιρης και αποτελεσματικής ιατρικής φροντίδας.

Σύμφωνα με τον Rutstein, η έννοια της ιατρικής φροντίδας αναφέρεται στην ευρύτερη διάσταση της πρόληψης, της θεραπείας και της φροντίδας, και περιλαμβάνει την «...εφαρμογή όλης της σχετικής ιατρικής γνώσης [...], τις υπηρεσίες όλου του ιατρικού σώματος και των άλλων επαγγελματιών υγείας, οργανισμούς και εργαστήρια, κρατικούς, εθελοντικούς και κοινωνικούς φορείς, καθώς και την ευθύνη της συνεργασίας του ίδιου του ατόμου.» Με βάση τον ευρύ αυτό ορισμό, ο Rutstein, με τη βοήθεια των συνεργατών του, επέλεξε πάνω από 90 καταστάσεις (sentinel health events), οι οποίες πληρούσαν τις σχετικές προϋποθέσεις. Κάθε ασθένεια, ανικανότητα ή θάνατος που βρίσκεται σε άμεση αιτιακή σχέση με τις καταστάσεις αυτές, θεωρήθηκε ότι μπορούσε να προληφθεί ή/ και να θεραπευθεί με την κατάλληλη και έγκαιρη ιατρική φροντίδα.

Η αιτιακή σχέση που συνδέει το θάνατο με την ιατρική φροντίδα αποτελεί ένα πρώτο σημείο ενδιαφέροντος. Στην εργασία του, ο Rutstein διατυπώνει τη θέση ότι η αλυσίδα των ευθυνών για την πρόληψη μιας ασθένειας ή ενός θανάτου είναι πολύπλοκη. Πράγματι, η άσκοπη εμφάνιση μιας ασθένειας και κατ’ επέκταση ενός θανάτου με αιτία την ασθένεια αυτή, μπορεί να αποτελεί συνέπεια μιας σειράς παραγόντων που εκτείνονται από την κρατική υποχρηματοδότηση σε συγκεκριμένους τομείς του συστήματος παροχής υπηρεσιών υγείας, στους ανεπαρκείς διοικητικούς μηχανισμούς των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, έως την πλημμελή φροντίδα εκ μέρους του θεράποντος ιατρού.

Σύμφωνα με τον Westerling (1996), η ελλιπής διάγνωση και η ανεπαρκής περίθαλψη θεωρούνται ως οι πλέον σημαντικοί, από ιατρικής απόψεως, παράγοντες για την άσκοπη εμφάνιση ενός θανάτου. Όμως, επίσης σημαντικοί παράγοντες θεωρούνται οι τυχόν καθυστερήσεις στην αναζήτηση ιατρικής περίθαλψης εκ μέρους του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος, ή ακόμα και μια σειρά εξωιατρικών παραγόντων, όπως οι θρησκευτικές αντιλήψεις της οικογένειας ή οι στάσεις και αντιλήψεις ασθενών και συγγενών για την αναγκαιότητα της θεραπείας. Κατά συνέπεια, ο ιατρός δεν μπορεί να φέρει την αποκλειστική ευθΰνη για τα ενδεχόμενα σφάλματα που συγκροτούν την αλυσίδα των γεγονότων που οδηγεί σε ένα θάνατο. Εντούτοις, ο Rutstein θεωρεί το ρόλο του ιατρού καθοριστικό και σε κοινωνικό επίπεδο, εφόσον είναι εκείνος ο οποίος «...θα προσφέρει την επαγγελματική καθοδήγηση», ενημερώνοντας την κοινότητα σχετικά με τον τρόπο αποφυγής δυσάρεστων γεγονότων.

Ο Rutstein συνέλαβε την ιδέα ότι οι πληροφορίες σχετικά με τις καταστάσεις-αιτίες θανάτου, τις οποίες περιέλαβε στον κατάλογο που συνέταξε, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως κριτήριο για την αξιολόγηση της ποιότητας της φροντίδας που προσφέρεται από φορείς ή οργανισμούς ή ακόμα από συγκεκριμένους τομείς παροχής υπηρεσιών υγείας.

Ακολουθώντας αυτή τη λογική, ο αρχικός κατάλογος των αιτιών θανάτου του Rutstein δεν περιορίστηκε σε καταστάσεις για τις οποίες ο ρόλος της ιατρικής φροντίδας είναι προφανής, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της σκωληκοειδίτιδας, αλλά περιλαμβάνει και καταστάσεις για τις οποίες η συμβολή της ιατρικής φροντίδας θεωρείται κατά κανόνα πως είναι μικρή, όπως για παράδειγμα στον καρκίνο του πνεύμονα. Όντως ο θάνατος από καρκίνο των πνευμόνων μπορεί να οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων που εκτείνονται από τις συμπεριφορές και στάσεις του ασθενή, όπως για παράδειγμα η απροθυμία του να διακόψει το κάπνισμα, η επίδραση του εξωτερικού κοινωνικού περιβάλλοντος (π.χ. στις καθησυχαστικές δηλώσεις των κατασκευαστών και των διαφημιστών), έως το έλλειμμα στην προληπτική πολιτική (π.χ. η απουσία ενός αποτελεσματικού προγράμματος υγειονομικής ενημέρωσης στα δημόσια σχολεία και στην κοινότητα). Σπανιότερα δε, ο θάνατος από τον καρκίνο των πνευμόνων οφείλεται σε ένα ενδεχόμενο σφάλμα του ιατρού στο στάδιο της διάγνωσης ή σε αυτό της θεραπείας.
Ο κατάλογος του Rutstein περιλαμβάνει δυο κατηγορίες καταστάσεων, με την πρώτη κατηγορία να αφορά καταστάσεις για τις οποίες, έστω και μια περίπτωση ασθένειας, ανικανότητας ή πρόωρου θανάτου, να θεωρείται ένα γεγονός το οποίο προκαλεί εύλογα ερωτηματικά, στο βαθμό που κατά γενική πεποίθηση, με το δεδομένο επίπεδο ιατρικής γνώσης και τεχνικών, το γεγονός αυτό δεν θα έπρεπε να συμβεί, όπως για παράδειγμα σε περιπτώσεις θανάτου από καρκίνο του τραχήλου της μήτρας.

Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει καταστάσεις-αιτίες θανάτου για τις οποίες η κατάλληλη ιατρική φροντίδα θεωρείται ότι συμβάλλει στη μείωση της επίπτωσής τους. Εντούτοις, ο θάνατος εκ των αιτιών αυτών δεν θεωρείται ότι μπορεί πάντα να προληφθεί ή να θεραπευθεί, τουλάχιστον σε επίπεδο μεμονωμένων περιστατικών.

Επιπλέον, κάθε κατάσταση κατηγοριοποιήθηκε ανάλογα με το αν η άσκοπη ασθένεια ή ανικανότητα ή ο πρόωρος θάνατος θεωρούνται ικανά να αποτραποΰν είτε μέσω της θεραπείας είτε μέσω της πρόληψης. Κατά συνέπεια, η διφθερίτιδα ως κατάσταση η οποία δυνητικά θα μπορούσε να επιφέρει το θάνατο, θεωρείται προλαμβανόμενη μέσω της ανοσοποίησης, ενώ ο άσκοπος πρόωρος θάνατος ως αποτέλεσμα της κατάστασης αυτής μπορεί να θεωρηθεί ικανός να αποφευχθεί είτε μέσω της ανοσοποίησης, είτε μέσω της χορήγησης της κατάλληλης φαρμακευτικής θεραπείας. Επίσης, για κάποιες καταστάσεις ορίστηκε συγκεκριμένο ηλικιακό εΰρος, όπως για παράδειγμα οι θάνατοι που οφείλονται σε οξείες αναπνευστικές λοιμώξεις σε ηλικία μικρότερη των 50 ετών. Η πρωτοπόρα αυτή εργασία του Rutstein πραγματοποιήθηκε στα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν βρισκόταν σε χρήση η 8η έκδοση της Διεθνούς Ταξινόμησης Ασθενειών (International Classification of Diseases/ICD) για τον καθορισμό των αιτιών θανάτου. Το 1977 (Rutstein et al. 1977) και το 1980 (Rutstein et al. 1980) o Rutstein προχώρησε στη σύνταξη και έκδοση αναθεωρημένων καταλόγων με αιτίες θανάτου και καταστάσεις που σχετίζονταν με την άσκοπη, πρόωρη ασθένεια, την ανικανότητα και το θάνατο, με βάση την 9η έκδοση ICD. Στους καταλόγους αυτοΰς που ακολούθησαν την πρώτη έκδοση του 1976, ο Rutstein έλαβε υπ’ όψη του τα νέα θεραπευτικά δεδομένα και τις εξελίξεις στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης. Οι κατάλογοι αυτοί αποτέλεσαν τη βάση για όλες τις παρεμφερείς εργασίες σχετικά με τη μελέτη της αποτρεπτής θνησιμότητας.

Οι πρόσφατες μελέτες πάνω στην αποτρεπτή θνησιμότητα, επικεντρώνονται ολοένα και περισσότερο στη διάκριση ανάμεσα στις καταστάσεις-αιτίες θανάτου που επιδέχονται ιατρική παρέμβαση διαμέσου της δευτεροβάθμιας πρόληψης και θεραπείας (θεραπεύσιμη θνησιμότητα/ treatable conditions) και σε εκείνες που επιδέχονται παρεμβάσεις, οι οποίες υλοποιούνται εκτός του άμεσου πεδίου των υπηρεσιών υγείας, όπως οι δημόσιες υγειονομικές πολιτικές (προλαμβανόμενη θνησιμότητα/ preventable conditions) (Nolte και McKee 2004). Η διάκριση αυτή υιοθετήθηκε τόσο από τον Rutstein όσο κι από την συγγραφική ομάδα του Άτλαντα της Αποτρεπτής θνησιμότητας της Ευρωπαϊκής Κοινότητας.
Ωστόσο, ο Westerling ήταν ο πρώτος που καθόρισε λεπτομερώς τις διαφορές μεταξύ των εννοιών θεραπεύσιμη (treatable) και προλαμβανόμενη (preventable) θνησιμότητα, εφαρμόζοντας την προσέγγιση αυτή στη μελέτη της αποτρεπτής θνησιμότητας στη Σουηδία (Westerling 1992), (Westerling 1993), (Westerling et al. 1996).

Αρκετή συζήτηση γίνεται σήμερα για τη μεταβολή της κατάστασης της υγείας του ελληνικού πληθυσμού στο πλαίσιο των αλλαγών των τελευταίων δεκαετιών στο συνολικό επιδημιολογικό πρότυπο της χώρας. Σημείο ενδιαφέροντος αποτελεί και η χρησιμοποιούμενη μεθοδολογία για την εκτίμηση των μεταβολών αυτών, υπό το πρίσμα της απουσίας συστηματικών καταγραφών που αφορούν στο σύστημα και τις προσδιοριστικές παραμέτρους της υγείας του ελληνικού πληθυσμού, δεδομένα τα οποία θα επέτρεπαν την εξαγωγή στέρεων συμπερασμάτων. Είναι γνωστή η έλλειψη της συστηματικής καταγραφής δεδομένων νοσηρότητας, εκτός αυτών που αφορούν νοσοκομειακές εισαγωγές, που θα έδιναν μια σαφή εικόνα της αλλαγής στο επίπεδο της υγείας του ελληνικού πληθυσμού.

Ο δείκτης της αποτρεπτής θνησιμότητας (avoidable mortality) αποτελεί ένα κατάλληλο εργαλείο για την εκτίμηση τόσο του επιπέδου υγείας, όσο και της αξιολόγησης των υπηρεσιών φροντίδας ενός συστήματος υγείας. Η εννοιολογική σύνδεση του επιπέδου και των υπηρεσιών υγείας υποδηλώνεται από τον ίδιο τον ορισμό της αποτρεπτής θνησιμότητας που τη διακρίνει ως το τμήμα εκείνο της θνησιμότητας το οποίο, δυνητικά τουλάχιστον, θα μπορούσε να αποτραπεί στο βαθμό στον οποίο εφαρμόζονταν όλες οι γνωστές και τεκμηριωμένες, σε μία δεδομένη χρονική στιγμή, πρακτικές της ιατρικής επιστήμης και τεχνικής (Nolte and McKee 2004).
Στα δεδομένα που παρουσιάζονται στη συνέχεια παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, η μέτρηση, καταγραφή και αποτύπωση των δεικτών αποτρεπτής θνησιμότητας κατά την περίοδο 1980 - 2003, προκειμένου να αξιολογηθεί το επίπεδο υγείας στην Ελλάδα και η αποτελεσματικότητα των υπηρεσιών υγείας στη χώρα.

Β. Προτυποποιημένη Αποτρεπτή Θνησιμότητα
pinakas 9.1

Τα αποτελέσματα του παραπάνω πίνακα συνοψίζονται στα εξής:
Καταγράφεται μείωση της συνολικής αποτρεπτής θνησιμότητας κατά 20,69% σε χρονικό διάστημα 23 ετών. Το 1980 καταγράφηκαν 232,23 θάνατοι ανά 100.000 κατοίκους, ενώ το 2003 οι θάνατοι ανέρχονταν σε 184,17 ανά 100.000 κατοίκους.
Επίσης, πτωτική τάση παρουσιάζει η θεραπεύσιμη θνησιμότητα, με 127,06 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους το 1980 έναντι 70,37 θανάτων ανά 100.000 κατοίκους το 2003. Αντίθετα, η προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα παρουσιάζει αύξηση για το μεγαλύτερο μέρος του υπό μελέτη χρονικού διαστήματος: από 51,77 θανάτους ανά 100.0 κατοίκους το 1980, ο δείκτης φτάνει στους 63,01 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους το 1995, ενώ από το 2000 και μετά ο δείκτης μειώνεται για να φτάσει το 2003 σε 54,63 θανάτους ανά 100.000 κατοίκους. Το στοιχείο αυτό αποτελεί ένα πρώτο προειδοποιητικό σήμα σε ό,τι αφορά στις προτεραιότητες των πολιτικών υγείας στη χώρα μας, υποδηλώνοντας ότι στην Ελλάδα δίνεται ακόμη και σήμερα μεγαλύτερο βάρος στη θεραπεία και αντιμετώπιση των ασθενειών παρά στην πρόληψή τους. Τα διαγράμματα 9.1 έως 9.3 που ακολουθούν, αποτυπώνουν την τάση των δεικτών αποτρεπτής θνησιμότητας. 
diagramma 9.1-9.2-9.3

Η παρατηρούμενη πτωτική τάση, τόσο της συνολικής αποτρεπτής, όσο και της θεραπεύσιμης αποτρεπτής θνησιμότητας για το χρονικό διάστημα 1980 - 2003, δεν φαίνεται να ισχύει και για την προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα.
Η συνολική αποτρεπτή θνησιμότητα εμφανίζει διακυμάνσεις μέχρι το έτος 1999 και σαφή καθοδική τάση, ιδιαίτερα στα τελευταία έτη της υπό μελέτης περιόδου. Η θεραπεύσιμη αποτρεπτή θνησιμότητα εμφανίζεται επίσης πτωτική ιδιαίτερα στα πρώτα έτη της υπό μελέτης περιόδου και μέχρι το 1990, όπου παρουσιάζει εικόνα επιπέδωσης έως το έτος 2000. Από το έτος αυτό και μέχρι το τέλος της υπό μελέτης περιόδου σημειώνεται και πάλι μείωση.

Αντίθετη εικόνα παρουσιάζει η προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα, εμφανίζοντας αύξηση με μικρές διακυμάνσεις από το 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990. Από το έτος 1996 και μέχρι το τέλος της υπό μελέτη περιόδου παρατηρείται τάση μείωσης, ιδιαίτερα κατά την τελευταία πενταετία. Σε κάθε περίπτωση, η διαφορά της προλαμβανόμενης αποτρεπτής θνησιμότητας μεταξύ των ετών 1980 και 2003 αποτελεί αρνητική εξέλιξη, αλλά και ανησυχητική ένδειξη σχετικά με την αποτελεσματικότητα των προληπτικών πολιτικών που εφαρμόζονται στη χώρα μας. Η περαιτέρω ανάλυση των αιτιών θανάτου που συγκροτούν την προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα ενισχύει την υπόθεση αυτή.

Στο διάγραμμα 9.4 αποτυπώνεται η διαχρονική ποσοστιαία συμβολή της συνολικής θνησιμότητας στη γενική θνησιμότητα. Η συγκεκριμένη επιλογή έγινε με το σκεπτικό ότι στην υποθετική περίπτωση της απουσίας οποιασδήποτε άμεσης επίδρασης των φροντίδων υγείας στη διαμόρφωση της θνησιμότητας, θα έπρεπε να δεχτούμε ότι ο ρυθμός της μείωσης της αποτρεπτής θνησιμότητας θα ταυτιζόταν με αυτόν της μη αποτρεπτής θνησιμότητας. Κατά συνέπεια, η ποσοστιαία συμμετοχή της αποτρεπτής θνησιμότητας στη συνολική θνησιμότητα, αποτελεί έναν έμμεσο δείκτη της άμεσης επίδρασης των φροντίδων υγείας στη διαμόρφωση του επιπέδου υγείας του πληθυσμού, τουλάχιστον σε όρους θνησιμότητας.
Το γεγονός ότι εκτός από την πτωτική τάση της γενικής θνησιμότητας (από όλες τις αιτίες θανάτου), τεκμηριώνεται σαφής και στατιστικά σημαντική πτωτική τάση του μέρους εκείνου της θνησιμότητας που θεωρείται ως αποτρεπτή, αποτελεί σαφή ένδειξη της προσδιοριστικής συμμετοχής του συνόλου των παρεμβάσεων (θεραπευτικών και προληπτικών) των υπηρεσιών υγείας-πρόνοιας στην πτώση αυτή της γενικής θνησιμότητας κατά τη διάρκεια της περιόδου 1980 - 2003. Το συγκεκριμένο εύρημα είναι ανάλογο με τα ευρήματα αντίστοιχων ερευνών, οι οποίες αφορούν στη μελέτη της αποτρεπτής θνησιμότητας σε οικονομικά αναπτυγμένες χώρες (Poikolainenen and Escola 1986), (Westerling 1992), (Mackenbach et al. 1998), (Niti - Ng 2001).
diagramma 9.4

Γ. Ανάλυση της Κατά Αιτία Θανάτου
Προλαμβανόμενη Αποτρεπτή Θνησιμότητα 1980 - 2003
Η διαχρονική εξέλιξη των αιτιών θανάτου που συγκροτούν την προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα αποτυπώνεται στον Πίνακα 9.2 και στα διαγράμματα 9.5, 9.6 και 9.7 που ακολουθούν.
pinakas 9.2 - diagramma 9.5-9.6-9.7
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης σε επίπεδο αιτιών θανάτου της προ¬λαμβανόμενης αποτρεπτής θνησιμότητας, παρατηρούνται τα εξής:

  • Ανοδική τάση της αποτρεπτής θνησιμότητας από κακοήθη νεοπλάσματα του πνεύμονα, της τραχείας και των βρόγχων.
  • Καθοδική τάση της αποτρεπτής θνησιμότητας από κίρρωση ήπατος.
  • Αρχικά ανοδική και εν συνεχεία καθοδική τάση κατά τα τελευταία έτη της εξεταζόμενης περιόδου, της αποτρεπτής θνησιμότητας από τροχαία ατυχήματα.

Η Σημασία των Ευρημάτων στην Πολιτική Υγείας

Α. Εισαγωγή
Τα κΰρια ευρήματα της μελέτης εστιάζονται στη μεταβολή της αποτρεπτής θνησιμότητας από νοσήματα που συνοδεύονται από υψηλή νοσηρότητα και αναπηρία (κακοήθεις νεοπλασίες, νοσήματα του επονομαζόμενου μεταβολικοΰ συνδρόμου κ.λπ.). Τα νοσήματα αυτά αποτελούν κάποιες από τις κυριότερες αιτίες θανάτου στον αναπτυγμένο κόσμο, και συνδέονται άρρηκτα με τον τρόπο ζωής και τους ευρΰτερους κοινωνικοοικονομικούς προσδιοριστές στις κοινωνίες αυτές, αλλά και με την επάρκεια, τη διαθεσιμότητα και τη χρήση των κατάλληλων θεραπευτικών και προληπτικών παρεμβάσεων.

Β. Η Υγειονομική Σημασία των Ευρημάτων
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης της αποτρεπτής θνησιμότητας στο χρονικό διάστημα 1980 - 2003, παρατηρείται σαφής πτωτική τάση της συνολικής αποτρεπτής θνησιμότητας. Το γεγονός αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη της προσδιοριστικής συμμετοχής του συνόλου των παρεμβάσεων (θεραπευτικών και προληπτικών) των υπηρεσιών στην εξέλιξη αυτή της γενικής θνησιμότητας κατά την περίοδο 1980 - 2003. Το γεγονός αυτό επικυρώνεται από την παρατηρούμενη αντίστοιχη πτωτική τάση της συνολικής αποτρεπτής θνησιμότητας ως ποσοστού της θνησιμότητας από όλες τις αιτίες. Η πτωτική αυτή τάση αποτυπώνει μια πραγματική μείωση των παρατηρουμένων θανάτων που μπορούσαν να αποτραποΰν μέσω των κατάλληλων παρεμβάσεων και όχι ένα παρεπόμενο μιας γενικότερης πτώσης της θνησιμότητας που θα συμπαρέσυρε και το μέρος της εκείνο που θεωρείται αποτρέψιμο.

Ωστόσο, ενώ διαπιστώνεται κατά την εν λόγω χρονική περίοδο πτωτική τάση της θεραπεύσιμης αποτρεπτής θνησιμότητας, δεν φαίνεται να ισχύει το ίδιο και για την προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα. Το εύρημα αυτό δικαιολογείται με βάση την περίοδο που παρεμβάλλεται (latency period) ανάμεσα στην εφαρμογή των όποιων προληπτικών μέτρων και στην εμφάνιση του όποιου αποτελέσματος σε επίπεδο δεικτών θνησιμότητας.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της ανάλυσης σε επίπεδο αιτιών θανάτου που συγκροτούν την προλαμβανόμενη αποτρεπτή θνησιμότητα για το χρονικό διάστημα 1980-2003, η τάση της αποτρεπτής θνησιμότητας από κακοήθη νεοπλάσματα του πνεύμονα, της τραχείας και των βρόγχων είναι ανοδική, ενώ η τάση της αποτρεπτής θνησιμότητας από κίρρωση ήπατος είναι καθοδική. Η δε αποτρεπτή θνησιμότητα από τροχαία ατυχήματα παρουσιάζεται καθοδική μόνο κατά τα τελευταία έτη της περιόδου 1980 - 2003. Όσον αφορά στις επιμέρους επιλεγμένες αιτίες που συνδιαμορφώνουν τη θεραπεύσιμη αποτρεπτή θνησιμότητα, η εικόνα που παρουσιάζεται εμφανίζεται μάλλον πολΰ ευνοϊκότερη για τον ελληνικό πληθυσμό. Η τεχνολογική έκρηξη που πραγματοποιήθηκε στις εφαρμογές στη θεραπευτική κατά τη χρονική αυτή περίοδο, αλλά και η σημαντική αύξηση της διαθεσιμότητας και συνακόλουθα της χρησιμοποίησης των παρεμβάσεων αυτών, θα πρέπει να θεωρηθούν πιθανότατα οι καθοριστικότεροι παράγοντες για τη διαμόρφωση αυτής της τάσης.

Εντούτοις, και παρά τη γενικά θετική εικόνα, δεν λείπουν και ορισμένες λιγότερο ευνοϊκές διαπιστώσεις αναφορικά με τις εφαρμοζόμενες παρεμβάσεις στη χώρα μας, οι οποίες θα άξιζαν περισσότερη προσοχή και περαιτέρω διερεύνηση. Οι διαπιστώσεις αυτές θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν σε δυο βασικές ομάδες: Πρώτον, ερωτηματικά προκαλεί η συγκριτικά μικρότερη διαχρονική μείωση της αποτρεπτής θνησιμότητας στην Ελλάδα σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, με τη χώρα μας να υστερεί ακόμα και σε σχέση με μερικές χώρες του Μεσογειακού Νότου, όπως η Ισπανία και η Ιταλία, οι οποίες εμφανίζουν ιδιαίτερα θετικές επιδόσεις από τη δεκαετία του 1990 και μετά (Simonato et al. 1998), (Treurniet et al. 2002), (Boyle et al. 2003). Δεύτερον, ανησυχία προκαλοΰν οι υστερήσεις που παρατηρούνται στη χώρα μας στον έλεγχο της θνησιμότητας από συγκεκριμένες αιτίες θανάτου που συναποτελοΰν τη θεραπεύσιμη αποτρεπτή θνησιμότητα. Οι δυο αυτές διαπιστώσεις αποτελούν μια καλή αφετηρία περαιτέρω διερεΰνησης και εξαγωγής χρήσιμων συμπερασμάτων στο πλαίσιο αναθεώρησης της συνολικής πολιτικής για την υγεία, όπως αυτή εφαρμόστηκε από τη δεκαετία του 1980 έως σήμερα.

Γ. Επιπτώσεις στην Πολιτική Υγείας
θα πρέπει κανείς να δεχθεί ότι το πλέον σημαντικό γεγονός αναφορικά με το ζήτημα της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών υγείας θα μπορούσε να θεωρηθεί η συγκρότηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Στο πλαίσιο της προσπάθειας οικοδόμησης του κράτους πρόνοιας, η οποία συντελέστηκε στη χώρα μας με τη συνήθη διαφορά φάσης σε σχέση με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η δημιουργία του Εθνικού Συστήματος Υγείας με γνώμονα την καθολική πρόσβαση, και την παροχή φροντίδας με βάση την ανάγκη, αποτέλεσε σημείο καμπής στη σύγχρονη υγειονομική ιστορία της χώρας. Εντούτοις, το εγχείρημα, ατελές στις επιδιώξεις του και ατελέσφορο στους επιδιωκόμενους στόχους, γρήγορα αντιμετώπισε τα πρώτα (χρηματοδοτικά) αδιέξοδα. Η λΰση της αυξανόμενης συμμετοχής του ιδιωτικού φορέα σε ένα σύστημα κατ' όνομα δημόσιο, οδήγησε μεν στη γιγάντωση του ιδιωτικού τομέα, ενώ δεν φάνηκε να παράγει επιθυμητό κοινωνικό όφελος, επιτείνοντας τις ανισότητες και δημιουργώντας εικόνα αποδιοργάνωσης.

Το φαινόμενο αυτό φάνηκε να επηρεάζει ιδιαίτερα τις δημόσιες πολιτικές πρόληψης και προαγωγής της υγείας. Η ανάγκη περιορισμού των δαπανών και ανακατανομής των υγειονομικών πόρων, σηματοδότησαν τη μεταβολή των πολιτικών προτεραιοτήτων και τον αναπροσανατολισμό της υγειονομικής πολιτικής από την ανάγκη υγείας στη ζήτηση υπηρεσιών υγείας. Το κλίμα αυτό δεν ευνοεί την ανάπτυξη πολιτικών πρόληψης, αγωγής υγείας και πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας, οι οποίες χαρακτηρίζονται από μακρΰ χρόνο εμφάνισης των όποιων αποτελεσμάτων τους. Παράλληλα, η εκρηκτική διάχυση της υψηλής βιοϊατρικης τεχνολογίας, η δημογραφική γήρανση του πληθυσμού, καθώς επίσης και οι διευρυνόμενες προσδοκίες των πολιτών, οι οποίοι έχουν πλέον γαλουχηθεί σε μια υγειονομική πραγματικότητα έκφρασης των προτιμήσεών τους μέσω ιδίων πληρωμών, διαμορφώνουν μια πολυδιάστατη και δυναμική -σχεδόν χαώδη- κατάσταση.

Οι εξελίξεις αυτές επιβάλλουν την αναγκαιότητα της διαρκούς προσαρμογής των πολιτικών, ώστε να αντεπεξέρχονται στη σύνθετη φύση των προβλημάτων στο χώρο της υγείας στο πλαίσιο μιας νέας συνολικής επαναδιαπραγμάτευσης της φύσης και του χαρακτήρα του υγειονομικού συστήματος. Ο προσδιορισμός των προτεραιοτήτων, η διαμόρφωση των πολιτικών υγείας και η λήψη των αποφάσεων στην υγειονομική πολιτική, προαπαιτούν στιβαρή ερευνητική τεκμηρίωση. Υπό το πρίσμα αυτό, ο σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η συνοπτική αναφορά μέρους των ερευνητικών ευρημάτων με στόχο την πληροφόρηση και ενημέρωση των υπευθύνων για το σχεδίασμά και τη λήψη αποφάσεων της υγειονομικής πολιτικής, των επιστημόνων και των επαγγελματιών υγείας, και βεβαίως των κοινωνικών εταίρων και των πολιτών, οι οποίοι έχουν το αυτονόητο δικαίωμα και συμφέρον εμπλοκής στη διαμόρφωση της υγειονομικής πολιτικής.

Η γενική πτωτική τάση των δεικτών της αποτρεπτής θνησιμότητας στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη θεραπεύσιμη αποτρεπτή θνησιμότητα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1980 - 2003, αντανακλά τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων παρεμβάσεων, ιδίως σε θεραπευτικό επίπεδο. Όπως είναι αναμενόμενο, τα επιφερόμενα αποτελέσματα των προληπτικών παρεμβάσεων εμφανίζονται με χρονική υστέρηση λόγω του κατά τεκμήριο μεγαλύτερου λανθάνοντος χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από την εφαρμογή τους μέχρι την εμφάνιση απτών αποτελεσμάτων σε σχέση με τις θεραπευτικές παρεμβάσεις. Ωστόσο, στην όλη εικόνα της εξέλιξης της αποτρεπτής θνησιμότητας στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου, εντοπίζονται ορισμένα ανησυχητικά σημεία, τα οποία συνιστούν ταυτόχρονα και ενδείξεις σχετικές με την αναγκαιότητα της εντατικοποίησης των προσπαθειών αναστροφής των υφιστάμενων τάσεων. Οι τάσεις που εντοπίζονται σε συγκεκριμένες αιτίες και που αποτελούν σημείο προβληματισμού θα μπορούσαν να ομαδοποιηθούν σε τρεις βασικές κατηγορίες:

  • Αυξητικές τάσεις για μια σειρά από κακοήθεις νεοπλασίες, όπως του πνεύμονα, της τραχείας και των βρόγχων και ο καρκίνος του κόλου και του ορθού, θα πρέπει να επισημανθεί το γεγονός ότι και σε άλλες επιμέρους αιτίες της θεραπεύσιμης αποτρεπτής θνησιμότητας, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της εν εξελίξει έρευνας όπως οι νεοπλασίες του δέρματος πλην κακοήθους μελανώματος, ο καρκίνος των όρχεων και τα λεμφώματα τύπου Hodgkin, παρατηρούνται οι ίδιες ανησυχητικές τάσεις.
  • Σχετική στασιμότητα ή σημαντική υστέρηση στην πτώση των δεικτών της αποτρεπτής θνησιμότητας σε μια σειρά από νοσήματα ή αιτίες θανάτου όπως τα τροχαία ατυχήματα, η ισχαιμική καρδιοπάθεια και οι κακοήθεις νεοπλασίες του μαστού και του τραχήλου της μήτρας.
  • Επανάκαμψη των δεικτών της αποτρεπτής θνησιμότητας από σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση. Η τάση αυτή φαίνεται να ακολουθεί έντονα ανοδική πορεία κατά τη διάρκεια της τελευταίας πενταετίας.

Οι παραπάνω παρατηρούμενες τάσεις φαίνεται να έχουν κοινό παρονομαστή τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στην ανάλυση των αιτιών που τις προκαλοΰν, ο οποίος δεν μπορεί να είναι άλλος από τις αδυναμίες των υπηρεσιών υγείας, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στο επίπεδο της πρόληψης και της προαγωγής της υγείας του ελληνικού πληθυσμού. Η έλλειψη συγκροτημένου συστήματος πρόληψης, η συγκριτική υποτίμηση της ενασχόλησης με την πρόληψη ακόμα και εντός των υφιστάμενων δομών πρωτοβάθμιας περίθαλψης, η υστέρηση στη συστηματική εφαρμογή τεχνικών πρώιμης διάγνωσης και εντοπισμού για ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό και η αδυναμία ελέγχου συμπεριφορικών και υγιεινοδιαιτητικών παραγόντων όπως το κάπνισμα, η χρήση αλκοόλ, η έλλειψη φυσικής άσκησης και η παχυσαρκία, ιδιαίτερα σε νεαρές ηλικιακές κατηγορίες, φαίνεται να ενέχονται αιτιολογικά στο σύνολο των προαναφερομένων προβληματικών σημείων. Ασφαλώς, η εφαρμογή ανάλογων πολιτικών πρόληψης και η προαγωγή της Δημόσιας Υγείας δεν μπορεί να εξαντλούνται σε στενά χρονικά όρια, αφοΰ αποτελούν προσπάθειες με μακρό χρόνο ανάδειξης των αποτελεσμάτων. Ακόμη δε και στην περίπτωση της εφαρμογής ανάλογων πολιτικών, απαιτείται ιδιαίτερη προσπάθεια και επιμονή για την εξουδετέρωση του φαινομένου του «παράδοξου της πρόληψης», σύμφωνα με το οποίο οι παρεμβάσεις που εφαρμόζονται στα πλαίσια δημόσιων πολιτικών υγείας μπορούν να επιτύχουν μεγάλο όφελος σε όρους συνολικής υγείας για τον πληθυσμό, αλλά ίσως προσφέρουν μικρό όφελος σε ατομικό επίπεδο. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε λανθασμένη πρόσληψη της σημασίας της πρόληψης από τα άτομα τα οποία βρίσκονται σε καλό επίπεδο υγείας (WHO 2002). Υπό το πρίσμα αυτό, η αξία της παρούσας μελέτης έγκειται στην ανάδειξη με ανάγλυφο τρόπο της αναγκαιότητας συγκρότησης μιας Εθνικής Προληπτικής Στρατηγικής για την Υγεία του ελληνικού πληθυσμού, η οποία θα πρέπει να καθοριστεί με βάση συγκεκριμένους στόχους και να εφαρμοστεί με συγκροτημένη μεθοδολογία παρέμβασης σε όλα τα επίπεδα του συστήματος των υπηρεσιών υγείας της χώρας μας.

Η συγκριτική μελέτη των δεικτών της αποτρεπτής θνησιμότητας από τις επιλεγμένες επιμέρους αιτίες θανάτου αναδεικνΰει και το διαχρονικά μεταβαλλόμενο φάσμα της θνησιμότητας. Το γεγονός αυτό με τη σειρά του υποδηλώνει την αναγκαιότητα μηχανισμών παρακολούθησης των διαχρονικών μεταβολών και αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των εφαρμοζόμενων παρεμβάσεων στην υγεία, καθώς κάποιες αιτίες που αποτέλεσαν στο παρελθόν κυρίαρχους κίνδυνους για τη Δημόσια Υγεία μπορεί σήμερα να αντιμετωπίζονται πλέον ικανοποιητικά, κάποιες άλλες αναδύονται εξελισσόμενες σε σοβαρές απειλές, ενώ ορισμένες άλλες που μπορεί να θεωρούνται ως πλέον ικανές να αντιμετωπιστούν, επανεμφανίζονται με διαφοροποιημένα χαρακτηριστικά. Κατά συνέπεια, η επιδημιολογική επαγρύπνηση οφείλει να αποτελεί θεμελιακό χαρακτηριστικό των συγχρόνων παρεμβάσεων για τη Δημόσια Υγεία και συστατικό κάθε σχεδιασμοΰ ενός ολοκληρωμένου συστήματος υπηρεσιών υγείας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας υποδηλώνουν την πιθανή ύπαρξη και άλλων διαρθρωτικών αδυναμιών στην εφαρμογή συγκροτημένων εθνικών στρατηγικών πρόληψης κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου. Παράγοντες όπως η έλλειψη συγκροτημένου συστήματος πρόληψης, η υστέρηση στη συστηματική εφαρμογή τεχνικών πρώιμης διάγνωσης και η αδυναμία ελέγχου συμπεριφορικών και υγιεινοδιαιτητικών παραγόντων, φαίνεται να ενέχονται αιτιολογικά στη διαμόρφωση των παρατηρούμενων τάσεων της αποτρεπτής θνησιμότητας. Οι διαπιστώσεις αυτές υποδεικνύουν την αναγκαιότητα για περαιτέρω έρευνα στο συγκεκριμένο πεδίο, μέσω μηχανισμών μόνιμης επιδη μιολογικής επαγρύπνησης.