Αξιολόγηση Συστήματος Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα

Κριτήρια Αξιολόγησης

Για να επιχειρηθεί μια κριτική αξιολόγηση του δικτυου των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί ένα πλαίσιο κριτηρίων που θα επιτρέπει τη μεθοδολογικά δομημένη και κατά το δυνατό αξιόπιστη και πλήρη σύγκριση του υφιστάμενου δικτυου υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας με ένα σύνολο δεικτών ή τομέων που προσδιορίζουν τα επιμέρους στοιχεία του.


Μια ρεαλιστική και επιστημονικά αποδεκτή προσέγγιση είναι, να επιδιώξει κανείς την αξιολόγηση του συστήματος Δημόσιας Υγείας μέσω της ικανότητάς του να υλοποιεί τους σκοπούς, τις λειτουργίες και τους στόχους της Δημόσιας Υγείας.
Μια τέτοια οπτική προσανατολίζει τη μεθοδολογία μας, στην απάντηση ενός ερωτήματος: «Ποιο είναι το περιεχόμενο της Δημόσιας Υγείας και σε ποιο βαθμό οι υπάρχουσες υπηρεσίες ανταποκρίνονται σ’ αυτό;»
Η οπτική αυτή μας επιτρέπει να χρησιμοποιήσουμε ως κριτήριο, αυτό που η διεθνής επιστημονική κοινότητα, η διεθνής επιστημονική πρακτική και η σύγχρονη νομοθεσία στην Ελλάδα αποδέχονται σήμερα ως «περιεχόμενο» ή «αποστολή» της Δημόσιας Υγείας.
Η αξιολόγηση των υπηρεσιών με βάση την προσέγγιση αυτή, προϋποθέτει αναφορά στην κατανομή των ρόλων και των αρμοδιοτήτων κάθε υπηρεσίας και πρακτικά σημαίνει ότι το υφιστάμενο πλέγμα υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας θα πρέπει να αξιολογηθεί σε σχέση με την αποστολή που κάθε υπηρεσία είναι «εντεταλμένη» να εκπληρώσει.
Σε αυτή τη μεθοδολογική βάση, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις αρμοδιότητες και τους ρόλους των υπηρεσιών, όπως αυτές αναπτύχθηκαν στο κεφάλαιο 2 του παρόντος και ανεξάρτητα από τις ενδεχόμενες αποκλίσεις που απορρέουν από ένα τόσο εκτεταμένο οργανωτικά και λειτουργικά δίκτυο υπηρεσιών, η αποστολή και το περιεχόμενο των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας μπορεί να κωδικοποιηθεί με βάση τις παρακάτω παραμέτρους:
Πολιτικές υγείας

  • Χάραξη πολιτικών Δημόσιας Υγείας και καθορισμός στόχων.
  • Προώθηση διατομεακής συνεργασίας για τη Δημόσια Υγεία.
  • Καθορισμός προτεραιοτήτων και παρεμβάσεων στη Δημόσια Υγεία.
  • Περιφερειακή οργάνωση και δράση.

Ανάπτυξη συστημάτων επιτήρησης της υγείας

  • Ανάπτυξη μηχανισμών συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων.
  • Στατιστικές υγείας.
  • Επιδημιολογική παρακολούθηση.
  • Προσδιορισμός αναγκών υγείας.

Πρόληψη λοιμωδών νοσημάτων

  • Εμβολιασμοί.
  • Πρόληψη λοιμωδών νοσημάτων.
  • Εντοπισμός, διερεΰνηση και αντιμετώπιση επιδημιών.
  • Εργαστηριακή υποστήριξη.

Πρόληψη χρόνιων νοσημάτων και ατυχημάτων

  • Μείωση παραγόντων κίνδυνου για αγγειακές και μεταβολικές παθήσεις και καρκίνο.
  • Αγωγή και προαγωγή υγείας.
  • Δευτερογενής πρόληψη καρκίνου και άλλων χρόνιων νοσημάτων.
  • Πρόληψη ατυχημάτων.

Προαγωγή υγείας

  • Υγεία μητέρας-παιδιοΰ.
  • Ανάπτυξη πολιτικών που προάγουν την υγεία.
  • Προγράμματα Δημόσιας Υγείας σε ευπαθείς και ειδικές ομάδες του πληθυσμού.
  • Προγράμματα για τη μείωση των ανισοτήτων στην υγεία.
  • Επαγγελματική υγεία.
  • Ψυχική υγεία και πρόληψη χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών.
  • Περιβαλλοντική υγιεινή.
  • Φυσική και κοινωνική αποκατάσταση.

Παρακολούθηση και αξιολόγηση υπηρεσιών υγείας

  • Σχεδιασμός, προγραμματισμός και αξιολόγηση υπηρεσιών υγείας.
  • Εκτίμηση των συνεπειών στη Δημόσια Υγεία από τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης, της βιολογίας και της γενετικής.

Αντιμετώπιση έκτακτων απειλών

  • Ανάπτυξη μηχανισμών ταχείας αντίδρασης.
  • Αντιμετώπιση απειλών.
  • Αντιμετώπιση έκτακτων κίνδυνων και απρόβλεπτων καταστάσεων.

Επιστημονική υποστήριξη της Δημόσιας Υγείας

  • Εκπαίδευση και έρευνα στη Δημόσια Υγεία.
  • Επιστημονική τεκμηρίωση των δράσεων.


Στελέχωση των Υπηρεσιών

Η ικανότητα των υπηρεσιών να εκπληρώσουν την αποστολή και το ρόλο τους συναρτάται απόλυτα από το ανθρώπινο δυναμικό που διαθέτουν. Για το λόγο αυτό, η στελέχωση των υπηρεσιών αποτελεί σημαντικό κριτήριο αξιολόγησης.
Πριν επιχειρήσει να εξετάσει κανείς αυτό καθεαυτό το έργο των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα, είναι απαραίτητο να έχει προηγουμένως μία εικόνα για τους ανθρώπινους πόρους του συστήματος.
Με βάση τα δεδομένα που αφορούν στις Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας που καλούνται σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία να παίξουν τον ουσιαστικότερο ρόλο στην εποπτεία και εφαρμογή μέτρων και πολιτικών Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας, παρατηρούμε ότι:
Η Γενική Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας και οι πέντε διευθύνσεις που υπάγονται σε αυτή, διαθέτουν συνολικά περίπου 14 γιατρούς Δημόσιας Υγείας (συμπεριλαμβανομένων των διευθυντών), 2 Επισκέπτες Υγείας και μόλις 7 Επόπτες Δημόσιας Υγείας.
Στις Περιφερειακές Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, Γιατροί Δημόσιας Υγείας υπηρετούν μόνο σε 5 από τις 13 περιφέρειες. Σε όλες τις περιφερειακές υπηρεσίες δεν υπηρετεί κανένας Επόπτης Δημόσιας Υγείας, Επισκέπτης Υγείας, Υγιεινολόγος Μηχανικός, Κτηνίατρος, ή άλλο επάγγελμα Δημόσιας Υγείας. Από τις 40 θέσεις γιατρών Δημόσιας Υγείας
που προκηρύχθηκαν, καλύφθηκαν μόλις οι 15, ενώ οι υπόλοιπες έμειναν κενές. Με βάση τα παραπάνω δεδομένα, καμία περιφερειακή υπηρεσία δεν έχει ακόμη αρχίσει να υφίσταται και να λειτουργεί, πλην ίσως της Αττικής.
Από τις 55 Νομαρχιακές Διευθύνσεις Υγιεινής, οι 33 δεν διαθέτουν κανένα Γιατρό Δημόσιας Υγείας (Νομίατρο) και εξυπηρετούνται από κάποιον αποσπασμένο γιατρό του Ε.Σ.Υ. ή ακόμη και αγροτικό γιατρό. Στη συντριπτική πλειονότητα των υπόλοιπων 22 νομών, υπάρχει ένας μόνο Γιατρός Δημόσιας Υγείας και σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις περισσότεροι του ενός.
Σε όλη τη χώρα υπηρετούν μόλις 338 Επόπτες Δημόσιας Υγείας, που αποτελούν μόλις το 50% των προβλεπόμενων θέσεων.
Υπάρχουν αρκετοί νομοί με μόνο 1 ή 2 Επόπτες Δημόσιας Υγείας. Περισσότερο δυσμενής είναι η κατάσταση σε ότι αφορά στις Επισκέπτριες Υγείας, ο αριθμός των οποίων σε όλη τη χώρα είναι μόλις 73.
Τέλος, η αριθμητική ανεπάρκεια επιβαρύνεται από την ποιοτική και επιστημονική ανεπάρκεια του διαθέσιμου προσωπικού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει σήμερα κανένας μηχανισμός που να εξασφαλίζει τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση και τη συνεχή επιστημονική του αναβάθμιση.


Πολιτικές, Προγράμματα και Δράσεις

Επιχειρώντας μία αξιολόγηση με βάση το κριτήριο «κατά πόσο εκπληρώνεται η αποστολή και οι στόχοι της Δημόσιας Υγείας στη χώρα μας», θα επιδιώξουμε παρακάτω μια σύντομη αναφορά σε μερικούς από τους τομείς δραστηριότητας της Δημόσιας Υγείας.

1ο Κριτήριο Αξιολόγησης: Πολιτικές Δημόσιας Υγείας
Εθνική Στρατηγική Δημόσιας Υγείας
Η ιδέα της κατάρτισης Εθνικής Στρατηγικής για τη Δημόσια Υγεία θεσμοθετήθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας με το Ν. 3172/2003 και στη συνέχεια με το Ν. 3370/2005. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του Ν. 3172 και στη συνέχεια τα άρθρα 6-8 του Ν. 3370 θεσμοθετούν μια διαδικασία για την κατάρτιση μίας Εθνικής Στρατηγικής για τη Δημόσια Υγεία, η οποία:

  • Καθορίζει τους μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους στόχους της Δημόσιας Υγείας.
  • Περιγράφει τις δράσεις και τις παρεμβάσεις σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής που επηρεάζουν τη Δημόσια Υγεία.
  • Προσδιορίζει τους φορείς, τους τομείς και τα επίπεδα της διοίκησης που έχουν την ευθύνη για την πολυτομεακή και διατομεακή εφαρμογή αυτής και τη διεπιστημονική και τεκμηριωμένη προσέγγιση.
  • Δεσμεύει όλες τις υπηρεσίες και τους φορείς της Δημόσιας Υγείας για την υλοποίηση της.

Παρά τη ρητή αυτή νομοθετική πρόβλεψη, μέχρι τη σύνταξη του παρόντος καμία ενέργεια ή πρωτοβουλία δεν είχε αναληφθεί προς την κατεύθυνση αυτή.

Περιφερειακή οργάνωση
Η υλοποίηση της περιφερειακής οργάνωσης στη Δημόσια Υγεία, σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει, προβλέπεται ότι θα πραγματοποιείται μέσω της οργάνωσης και λειτουργίας των Περιφερειακών Διευθύνσεων Δημόσιας Υγείας. Όπως ήδη αναφέρθηκε, οι Περιφερειακές Υπηρεσίες δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί και πρακτικά δεν λειτουργούν.

Διατομεακή συνεργασία
Σύμφωνα με το Ν. 3370/2005, η διατομεακή συνεργασία για τη Δημόσια Υγεία αποτελεί αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Υγείας, ο οποίος έχει την ευθύνη: (α) της συνεργασίας με τα άλλα Υπουργεία για την ανάπτυξη διατομεακών πολιτικών και προγραμμάτων για τη Δημόσια Υγεία και (β) της συνεργασίας με τους Γενικούς Γραμματείς της Περιφέρειας για την προώθηση και βελτίωση των παρεμβάσεων στη Δημόσια Υγεία.
Στο περιφερειακό επίπεδο, η προώθηση της διατομεακής συνεργασίας προβλέπεται μέσω (α) των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας και (β) των Περιφερειακών Συμβουλίων Δημόσιας Υγείας. Όπως όμως ήδη αναφέρθηκε, οι Περιφερειακές Υπηρεσίες και τα Περιφερειακά Συμβούλια Δημόσιας Υγείας δεν έχουν συγκροτηθεί και λειτουργήσει μέχρι σήμερα (με ελάχιστες εξαιρέσεις), με αποτέλεσμα στο πεδίο της διατομεακής συνεργασίας να μην υπάρχει ακόμα οργανωμένη δραστηριότητα.

2ο Κριτήριο Αξιολόγησης: Επιτήρηση της Υγείας Πηγές δεδομένων για την υγεία
Οι φορείς που κατά κύριο λόγο έχουν την ευθύνη της συλλογής και επεξεργασίας των στατιστικών στοιχείων για τη Δημόσια Υγεία στη χώρα μας, είναι:

  • Η Υπηρεσία Στατιστικής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος που λειτουργεί στο Υπουργείο Υγείας.
  • Η Εθνική Στατιστική Υπηρεσία (Ε.Σ.Υ.Ε.).
  • Το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων.

Η Ε.Σ.Υ.Ε. εκδίδει σε ετήσια βάση:

  1. Τη «Στατιστική Κοινωνικής Πρόνοιας και Υγιεινής» το περιεχόμενο της οποίας αναφέρεται στη νοσηλευτική κίνηση των νοσοκομείων, στις αιτίες νοσηλείας και στη στατιστική των υποχρεωτικά δηλούμενων λοιμωδών νοσημάτων.
  2. Τη «Στατιστική της Φυσικής Κίνησης του Πληθυσμού της Ελλάδας», η οποία περιλαμβάνει τη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων για τις γεννήσεις, τους θανάτους, τις αιτίες θανάτου και αποτελεί την κύρια πηγή στοιχείων για τους δείκτες υγείας, ιδίως σε ότι αφορά στη θνησιμότητα.

Παλαιότερα η Ε.Σ.Υ.Ε. δημοσίευε την «Ετήσια Στατιστική Έρευνα του Καρκίνου», η οποία όμως διακόπηκε, λόγω σοβαρών προβλημάτων στην ποιότητα και αξιοπιστία των συλλεγόμενων πληροφοριών. Στη συνέχεια, η αντίστοιχη δραστηριότητα ασκήθηκε ανεπιτυχώς από το Εθνικό Αρχείο Νεοπλασιών (Ε.Α.Ν.) με αποτέλεσμα έως και σήμερα να μην υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα για τη νοσηρότητα, τη θνησιμότητα και την επιβίωση από καρκίνο στη χώρα μας.
Η επιδημιολογική επιτήρηση των λοιμωδών και η συλλογή, επεξεργασία και παρουσίαση των στοιχείων που αφορούν σ’ αυτά γίνεται από τις υπηρεσίες του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.
Οι παραπάνω πηγές παρέχουν λιγοστά εν γένει στοιχεία, τα οποία είναι ανεπαρκή για να εξασφαλίσουν την παρακολούθηση της υγείας του πληθυσμού και παρότι δεν έχει πραγματοποιηθεί μελέτη αξιολόγησης της πληρότητας και της εγκυρότητας των στοιχείων που παρέχουν, γενική είναι η παραδοχή ότι τα στοιχεία παρουσιάζουν σημαντικά προβλήματα από πλευράς πληρότητας, εγκυρότητας και αξιοπιστίας. Γενικότερα σε ότι αφορά πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές δεδομένων υγείας εντοπίζονται ανεπάρκειες στους ακόλουθους τομείς:

  • Δεν υπάρχει καμία συστηματική πηγή ή καταγραφή στοιχείων για την παρακολούθηση των παραγόντων κινδύνου και των λοιπών παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία. Καταγράφονται αποσπασματικές ενέργειες από εργαστήρια εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τα οποία δημοσιεύουν επιμέρους μελέτες για παράγοντες κινδύνου ή αναφορές που αποτελούν δευτερογενή επεξεργασία των δεδομένων της Ε.Σ.Υ.Ε. για τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα.
  • Δεν υπάρχουν δεδομένα για τη νοσηρότητα από καρκίνο ή από άλλα χρόνια νοσήματα.
  • Δεν υπάρχουν δεδομένα που να επιτρέπουν την παρακολούθηση των δεικτών υγείας σε περιφερειακό ή νομαρχιακό επίπεδο.
  • Δεν υπάρχουν δεδομένα που να επιτρέπουν την παρακολούθηση της υγείας σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και να επιτρέπουν την ανίχνευση και παρακολούθηση κοινωνικών ανισοτήτων στην υγεία.

Επεξεργασία και ανάλυση των στοιχείων
Η επεξεργασία και ανάλυση των διαθέσιμων στοιχείων για την υγεία βρίσκεται σε πρωτόλειο επίπεδο. Είναι χαρακτηριστικό ότι βρίσκει κανείς πολύ περισσότερο επεξεργασμένα στοιχεία για την Ελλάδα στις εκδόσεις των Ηνωμένων Εθνών ή του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, παρά στις εκδόσεις της Ε.Σ.Υ.Ε.
 

Πρόληψη Λοιμωδών Νοσημάτων

Α. Εμβολιασμοί
Η καταγραφή σε εθνικό επίπεδο του εμβολιαστικοΰ επιπέδου των παιδιών ανάλογα με την ηλικία που συστήνεται κάθε εμβόλιο (εμβολιαστική κάλυψη), είναι κρίσιμη για την επιλογή του κατάλληλου σχήματος εμβολισμών που θα εφαρμοστεί, αλλά και για το σχεδίασμά της κατάλληλης στρατηγικής για την κάλυψη των αναγκών. Στην Ελλάδα δεν γίνεται συστηματική και συνεχής καταγραφή της εμβολιαστικής κάλυψης του πληθυσμού, ενώ τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται από κατά τόπους μελέτες που έχουν χαρακτήρα αδρής προσέγγισης, κυρίως λόγω μεθοδολογικών περιορισμών και δεν δίνουν συγκρίσιμα μεταξύ τους αποτελέσματα. Εντούτοις το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, έχει εκπονήσει δυο μελέτες πανελλαδικής εμβέλειας, το 1998 και το 2001. Με βάση τα δεδομένα των μελετών αυτών, η κάλυψη του ελληνικού πληθυσμού κυμαίνονταν κατά τα έτη 2000 - 2001 στο επίπεδο 86-88% για κάθε ένα από τα εμβόλια της βασικής σειράς του εθνικού προγράμματος εμβολιασμού.
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα δεδομένα από τα οποία να προκύπτουν ποσοστά εμβολιαστικής κάλυψης σε κοινωνικά ευπαθείς ομάδες ή για την περίπτωση των αναμνηστικών δόσεων εμβολίων ενηλίκων. Παρ’ όλα αυτά, εύλογα θα μπορούσε να κάνει κάποιος την υπόθεση ότι τα αντίστοιχα ποσοστά θα είναι χαμηλότερα στους αντίστοιχους πληθυσμούς.

Β. Διερεύνηση επιδημιών
Σε κεντρικό επίπεδο, για τη διερεύνηση και αντιμετώπιση επιδημιών, το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. διατηρεί τηλεφωνική γραμμή 24ωρης ετοιμότητας και διαθέτει τη δυνατότητα οργάνωσης ομάδας Επιδημιολογικής Παρέμβασης, με ειδικούς επιστήμονες και υλικοτεχνική υποδομή, η οποία σε συνεργασία με τις Τοπικές και τις Κεντρικές Υπηρεσίες Υγείας μεριμνά για την αντιμετώπιση μιας επιδημίας. Πέραν της δυνατότητας αυτής, σε περιφερειακό επίπεδο δεν υπάρχει καμία αντίστοιχη δραστηριότητα.
Η διερεύνηση των επιδημικών εκρήξεων είναι γενικά ιδιαίτερα δυσχερής, ιδίως σε τοπικό επίπεδο, ενώ η απαιτούμενη εργαστηριακή υποστήριξη για τη διερεύνηση των επιδημιών δεν είναι εξασφαλισμένη.

Γ. Επιδημιολογική επαγρύπνηση
Η μοναδική πρωτοβουλία επιδημιολογικής επαγρύπνησης στη χώρα είναι το δίκτυο έγκαιρης προειδοποίησης που προσπαθεί να οργανώσει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. μέσω του διαδικτύου και μίας τηλεφωνικής γραμμής 24ωρης ετοιμότητας.
Σε περιφερειακό επίπεδο δεν υπάρχει οποιαδήποτε σχετική δραστηριότητα, με αποτέλεσμα η επιδημιολογική επαγρύπνηση και η ενημέρωση για τα εκάστοτε επιδη μιολογι κά δεδομένα να είναι ανεπαρκής ή ανύπαρκτη.


Πρόληψη Χρόνιων Νοσημάτων και Ατυχημάτων

Α. Προγράμματα για τη μείωση των παραγόντων κινδύνου
Σε εθνικό επίπεδο, η δραστηριότητα για τη μείωση των παραγόντων κίνδυνου περιορίζεται στη μερική εφαρμογή των δασμολογικών και απαγορευτικών πολιτικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πέραν αυτών, μέχρι το 2008 δεν υπήρξε οποιοδήποτε εθνικό πρόγραμμα δράσεων, είτε για τον περιορισμό του καπνίσματος, είτε για οποιονδήποτε άλλο καθοριστικό παράγοντα της υγείας (διατροφή, αλκοόλ, σωματική άσκηση, παχυσαρκία κ.λπ.). Τη στιγμή της συγγραφής του παρόντος σχεδίου βρίσκεται σε εξέλιξη νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση του καπνίσματος και της αλόγιστης χρήσης αλκοόλ, καθώς και εκτεταμένο πρόγραμμα δράσεων και παρεμβάσεων για την πλήρη απαγόρευση του καπνίσματος σε κλειστούς χώρους.
Επίσης, σε νομαρχιακό επίπεδο, καμία υπηρεσία Δημόσιας Υγείας δεν υλοποιεί οποιοδήποτε οργανωμένο και συνεχές πρόγραμμα αγωγής υγείας ή άλλων δράσεων για τους παράγοντες κίνδυνου.

Β. Αγωγή υγείας
Η αγωγή υγείας είναι ένας τομέας στον οποίο ασκείται περιορισμένη δραστηριότητα, σε επιλεγμένους μόνο τομείς. Σε πολλούς τομείς δεν ασκείται καμία συστηματική δραστηριότητα, παρά μόνο ευκαιριακά. Οι υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας έχουν μικρή ή ελάχιστη συμμετοχή στις δραστηριότητες αυτές. Πρακτικά, καμία υπηρεσία Δημόσιας Υγείας δεν έχει υλοποιήσει ένα ολοκληρωμένο και συστηματικό πρόγραμμα αγωγής υγείας για την πρόληψη των χρόνιων νοσημάτων, το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, την πρόληψη των σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων, την πρόληψη των ατυχημάτων ή τη στοματική υγιεινή.
Σε ορισμένους τομείς, οι ασκούμενες δραστηριότητες Αγωγής Υγείας έχουν ανατεθεί θεσμικά σε φορείς που δεν έχουν σχέση με τη Δημόσια Υγεία. Έτσι, η Αγωγή Υγείας στα σχολεία ανατίθεται πλέον σε εκπαιδευτικούς, ενώ η πρωτογενής πρόληψη κατά των ναρκωτικών έχει επίσης αποσπαστεί και αυτονομηθεί από τις υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας και έχει ανατεθεί σε ανεξάρτητα νομικά πρόσωπα που λειτουργούν υπό την εποπτεία του Ο.ΚΑ.ΝΑ.

Γ. Δευτερογενής πρόληψη καρκίνου και άλλων χρόνιων νοσημάτων
Στη δευτερογενή πρόληψη του καρκίνου και άλλων χρόνιων νοσημάτων καμία υπηρεσία Δημόσιας Υγείας δεν υλοποιεί οποιοδήποτε πρόγραμμα screening, ούτε είναι σε θέση να υλοποιήσει, λόγω ανεπαρκείας κατευθυντήριων οδηγιών και εξειδικευμένου προσωπικού. Η μακρόχρονη απραξία τείνει να διαμορφώσει την πεποίθηση ότι η δευτερογενής πρόληψη δεν είναι αρμοδιότητα της Δημόσιας Υγείας. Με αποτέλεσμα να καταγράφονται εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά γυναικών που κάνουν προληπτικό pap-test ή μαστογραφία.

Δ. Ανιχνευτικά προγράμματα νεογνική ηλικίας
Τα ανιχνευτικά προγράμματα της νεογνικής ηλικίας που αποβλέπουν στην έγκαιρη ανίχνευση κληρονομικών νοσημάτων, υλοποιούνται στη χώρα μας με ενιαίο κεντρικό σχεδίασμά και με μεγάλη αποτελεσματικότητα από το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού.

Ε. Πρόληψη ατυχημάτων
Οι πολιτικές που αναπτύχθηκαν μέχρι σήμερα στοντομέα της πρόληψης των ατυχημάτων αφορούν: (α) στις πολιτικές οδικής ασφάλειας που υλοποιούνται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και (β) στις πολιτικές πρόληψης των εργατικών ατυχημάτων που εφαρμόζονται από το Υπουργείο Εργασίας. Η συμμετοχή της Δημόσιας Υγείας στον τομέα της πρόληψης των ατυχημάτων είναι περιορισμένη.


Πολιτικές Προστασίας και Προαγωγής Υγείας

Α. Προγράμματα προστασίας και προαγωγής υγείας σε ειδικές ομάδες
Η δραστηριότητα για την ανάπτυξη προγραμμάτων προστασίας και προαγωγής της υγείας σε ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, σε ομάδες με αυξημένες ανάγκες, σε μετανάστες, και σε κοινωνικά μειονεκτούσες πληθυσμιακές ομάδες είναι εξαιρετικά περιορισμένη και σε κάθε περίπτωση μπορεί να χαρακτηρισθεί ευκαιριακή, όπως για παράδειγμα η κατά καιρούς ανάληψη δράσεων για τον εμβολιασμό του πληθυσμού των αθίγγανων. Σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο δεν υλοποιείται κάποιο ολιστικό πρόγραμμα δράσεων το οποίο να απευθύνεται σε ειδικές ομάδες. Επίσης, κανένα αντίστοιχο πρόγραμμα δεν εφαρμόζεται προς την κατεύθυνση της μείωσης των ανισοτήτων στην υγεία.

Β. Επαγγελματική υγεία
Στον τομέα της επαγγελματικής υγείας, έχουν γίνει σημαντικά βήματα στην οικοδόμηση ενός νομικού πλαισίου για την υγιεινή και την ασφάλεια, μέσω της υιοθέτησης και ενσωμάτωσης στην ελληνική νομοθεσία των σχετικών κοινοτικών οδηγιών.
Παρά την ύπαρξη ενός ικανοποιητικού νομικού πλαισίου, και τη συστηματική δουλειά του Ινστιτούτού Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας προς την κατεύθυνση της τεκμηρίωσης και της παροχής επιστημονικής κάλυψης, η πραγματικότητα είναι δυσμενής. Οργανωμένες Υπηρεσίες Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας υπάρχουν σε ελάχιστες μόνο μεγάλες επιχειρήσεις. Ακόμη και ο δημόσιος τομέας λειτουργεί κατά κανόνα χωρίς την τήρηση των σχετικών υποχρεώσεων.

Γ. Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγιεινή
Στον τομέα της Δημόσιας και Περιβαλλοντικής Υγιεινής, λόγω ποιοτικών ανεπαρκειών των υπηρεσιών, οι σημαντικότερες δραστηριότητες έχουν μεταπέσει σε απλή γραφειοκρατική διεκπεραίωση εγγράφων. Για παράδειγμα η επιστημονική αξιολόγηση των μελετών «διάθεσης υγρών αποβλήτων» που υποβάλλονται στις Διευθύνσεις Υγιεινής των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων ή η αξιολόγηση της λειτουργικής κατάστασης των βιολογικών καθαρισμών, είναι πρακτικά ανέφικτο να γίνουν σε οποιονδήποτε νομό. Αντίστοιχα, δεν πραγματοποιείται συστηματική τήρηση και παρακολούθηση των στοιχείων, σχετικά με τη μικροβιολογική και χημική κατάσταση των ποσίμων νερών κάθε πόλης ή χωριού, ώστε να μπορούν να υποδειχθούν τρόποι ελέγχου και αποτελεσματικά μέτρα πρόληψης.

Δ. Ασφάλεια τροφίμων
Ο έλεγχος των τροφίμων και των επιχειρήσεων τροφίμων αποτελεί αρμοδιότητα του Ε.Φ.Ε.Τ., αλλά και των Νομαρχιακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Η ευθύνη του συντονισμού των προγραμμάτων ελέγχου ανήκει στον Ε.Φ.Ε.Τ. Η λειτουργία του Ε.Φ.Ε.Τ. επέτρεψε, ώστε στον τομέα της ασφάλειας των τροφίμων να γίνουν σημαντικά βήματα σε ότι αφορά:

  • Στην υποστήριξη και υποβοήθηση των επιχειρήσεων στην εφαρμογή κατάλληλων προδιαγραφών και καλών πρακτικών.
  • Στον τομέα του ελέγχου των κρίσιμων σημείων ασφάλειας κατά την επεξεργασία των τροφίμων.
  • Στον τομέα της πιστοποίησης των επιχειρήσεων.
  • Εντούτοις, το ελεγκτικό έργο περιορίζεται από τη στελεχιακή ανεπάρκεια τόσο των νομαρχιακών υπηρεσιών, όσο και των περιφερειακών υπηρεσιών του Ε.Φ.Ε.Τ.


Αντιμετώπιση Έκτακτων Απειλών

Α. Οργάνωση μηχανισμών ταχείας αντίδρασης
Η μοναδική προσπάθεια οργάνωσης μηχανισμού ταχείας αντίδρασης σε απειλές ή έκτακτες ανάγκες Δημόσιας Υγείας είναι αυτή που αναπτύχθηκε από το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. σε συνεργασία με το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων, στο πλαίσιο της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο μηχανισμός αυτός περιλαμβάνει μια βάση 24ωρης ετοιμότητας, με ανοικτή τηλεφωνική γραμμή συνεχούς συνεργασίας με αρμόδιους φορείς, τη συνεργασία με τα δίκτυα επιτήρησης, σύστημα επικοινωνίας με τα εφημερεύοντα νοσοκομεία και δυνατότητα συγκρότησης ομάδων παρέμβασης.
Πέραν του κεντρικού αυτού μηχανισμού, σε περιφερειακό επίπεδο δεν υπάρχουν αντίστοιχες πρωτοβουλίες ή δράσεις με στόχο την έγκαιρη ανίχνευση τοπικών αναγκών.
Σε ότι αφορά στην ασφάλεια των τροφίμων, λειτουργεί ο ευρωπαϊκός μηχανισμός ταχείας αντίδρασης, με την ευθύνη του Ε.Φ.Ε.Τ.

Β. Αντιμετώπιση απειλών
Το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. έχει την ευθύνη της ανταπόκρισης των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας σε συμβάντα βιοτρομοκρατίας με στόχο την ανίχνευση, την επιδημιολογική επιτήρηση, τη γρήγορη εργαστηριακή διάγνωση και την εφαρμογή των μέτρων ελέγχου. Η δραστηριότητα αυτή συνεπικουρείται από τη λειτουργία ενός δικτύου συνδρομικής επιτήρησης, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα συλλογής πληροφορίας σε πραγματικό χρόνο.
Σε περιφερειακό επίπεδο, δεν έχει καταγραφει καμία αντίστοιχη δραστηριότητα ή πρωτοβουλία και καμία οργανωμένη δυνατότητα αντιμετώπισης απειλών.

Γ. Αντιμετώπιση έκτακτων κινδύνων και απρόβλεπτων καταστάσεων
Με όμοιο τρόπο είναι οργανωμένη και η αντιμετώπιση έκτακτων κινδύνων και απρόβλεπτων καταστάσεων για τη Δημόσια Υγεία. Το σύστημα στηρίζεται στο μηχανισμό ταχείας αντίδρασης του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. και του Εθνικού Κέντρου Επιχειρήσεων. Σε περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο, δεν παρατηρείται καμία αντίστοιχη δραστηριότητα ή πρωτοβουλία.


Επιστημονική Υποστήριξη της Δημόσιας Υγείας

Η επιστημονική υποστήριξη της Δημόσιας Υγείας παρέχεται κυρίως από την Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, τα Πανεπιστημιακά Εργαστήρια Υγιεινής ή Κοινωνικής Ιατρικής, το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού και το ΚΕ.ΕΔ.ΠΝ.Ο. Οι προαναφερθέντες φορείς παρέχουν και την εκπαιδευτική υποστήριξη των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, έργο στο οποίο συμμετέχουν επίσης το Τμήμα Δημόσιας Υγιεινής και το Τμήμα Επισκεπτών-Επισκεπτριών Υγείας του Τ.Ε.Ι. Αθηνών.
Προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης οργανώθηκαν στο πλαίσιο του Γ' Κ.Π.Σ. Συγκροτημένη ερευνητική στρατηγική και οργανωμένη έρευνα για τη Δημόσια Υγεία δεν υφίσταται. Τέλος, δεν υπάρχει κανένας μηχανισμός και καμία πρωτοβουλία για την επιστημονική τεκμηρίωση των δράσεων Δημόσιας Υγείας και για την έκδοση κατευθυντήριων οδηγιών ή εγχειριδίων καλής πρακτικής.


Ανάλυση SWOT - Συμπεράσματα

Συμπερασματικά,τοεπίπεδολειτουργίαςτωνΥπηρεσιώνΔημόσιαςΥγείαςπροσδιορίζεται αφενός από τη στελεχιακή τους ανεπάρκεια που περιγράφηκε προηγουμένως και αφετέρου από τη μεγάλη έλλειψη πόρων, υποδομών και επιστημονικο-τεχνικής υποστήριξης.
Η ανάπτυξη στελεχιακής πολιτικής για τη Δημόσια Υγεία (παραγωγή στελεχιακοΰ δυναμικού, πολιτική προσλήψεων, σύστημα κινήτρων και αντικινήτρων, συνεχιζόμενη εκπαίδευση κ.λπ.) είναι κεφαλαιώδους σημασίας για τη χώρα, λόγω του εξαιρετικά ανεπαρκούς ανθρώπινου δυναμικού, το οποίο διαθέτει σήμερα η Δημόσια Υγεία. Ακόμη, η υλοποίηση πολιτικής για τη Δημόσια Υγεία προϋποθέτει την εξασφάλιση από την πολιτεία των απαιτούμενων πόρων και την εγγύηση ότι οι πόροι θα διατεθούν για το συγκεκριμένο σκοπό.
Παράλληλα, το επίπεδο διοικητικής ικανότητας του συστήματος Δημόσιας Υγείας είναι χαμηλό και ανεπαρκές. Η ανάγκη για τη διαμόρφωση πολιτικής που θα στοχεύει στην εξασφάλιση υψηλού βαθμού διοικητικής ικανότητας είναι επιτακτική.
Τέλος, σε πολλούς τομείς, η αναποτελεσματικότητα των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας περιπλέκεται με την ευρύτερη αναποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που απαιτούν διατομεακή συνεργασία.
Στις ενότητες που προηγήθηκαν, επιχειρήθηκε μία λεπτομερής καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης του εσωτερικού και εξωτερικού περιβάλλοντος του συστήματος Δημόσιας Υγείας.
Στην ενότητα αυτή, με τη βοήθεια της μεθόδου SWOT Analysis (Strengths - Weak¬nesses - Opportunities - Threats), θα συγκεκριμενοποιήσουμε τα κρίσιμα σημεία που είναι απαραίτητο να ληφθοΰν υπ’ όψη στη χάραξη μιας στρατηγικής για τη Δημόσια Υγεία, προσανατολισμένης στην επίτευξη των σκοπών και των στόχων της.
Η ανάλυση SWOT είναι ένα εργαλείο στρατηγικού σχεδιασμοΰ, το οποίο αποσκοπεί στο να αναλύσει και να ενσωματώσει στο στρατηγικό σχεδίασμά τα δεδομένα για τις δυνατότητες ενός οργανισμού ή προγράμματος, καθώς και τα δεδομένα για τις ευκαιρίες και τις απειλές του εξωτερικού περιβάλλοντος.
Ως πλεονεκτήματα, θεωρούνται τα ισχυρά σημεία του συστήματος, τα οποία θα πρέπει να αξιοποιηθοΰν και να καταβληθεί προσπάθεια διατήρησής τους.
Ως αδυναμίες θεωρούνται τα αδύνατα σημεία του συστήματος, για τα οποία θα πρέπει να ληφθοΰν μέτρα βελτίωσης.
Ως ευκαιρίες θεωρούνται οι παράγοντες και τα στοιχεία του εξωτερικού περιβάλλοντος του συστήματος Δημόσιας Υγείας, τα οποία θα πρέπει να εκμεταλλευθεί και να αξιοποιήσει μέσα από τη νέα στρατηγική για την επίτευξη της αποστολής του.
Ως κίνδυνοι, θεωρούνται οι παράγοντες ή τα στοιχεία του εξωτερικού περιβάλλοντος που θα πρέπει να ανησυχήσουν το σύστημα Δημόσιας Υγείας και που εγκυμονοΰν κίνδυνους να οδηγήσουν σε απόκλιση από την αποστολή του αν δεν ενεργοποιηθούν μηχανισμοί για τη λήψη μέτρων αντιμετώπισής τους.
Η ανάλυση που ακολουθεί είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μπορεί να βοηθήσει καθοριστικά το σύστημα να συνδυάσει τις δυνάμεις του με τις ανάγκες που διαμορφώνονται εξ’ αιτίας του εξωτερικού περιβάλλοντος, ενώ παράλληλα παρέχει τις βάσεις για την εξουδετέρωση των εσωτερικών αδυναμιών (ή τον περιορισμό τους), καταφέρνοντας έτσι να αποφΰγει, τις όποιες απειλές προέρχονται από το περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί.
Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, στο παρακάτω σχήμα συνοψίζονται τα κΰρια σημεία που αντιπροσωπεύουν τα πλεονεκτήματα και τις αδυναμίες του εσωτερικού περιβάλλοντος του συστήματος και παράλληλα τις ευκαιρίες και τους κίνδυνους του εξωτερικού περιβάλλοντος.
sxima1 swot

Α. Πλεονεκτήματα
1. Επαρκές νομικό πλαίσιο
Το νομικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί με βάση τους νόμους 3172/2003 και 3370/2005 μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές για την αναδιοργάνωση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Ειδικότερα:

  • Η ύπαρξη Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Υγείας και η προβλεπόμενη δομή της κεντρικής υπηρεσίας.
  • Η προβλεπόμενη υπαγωγή των περιφερειακών υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας στις Υγειονομικές Περιφέρειες και η σύνδεσή τους με το σύστημα υγείας.
  • Η προβλεπόμενη σύνθεση του Περιφερειακού Συμβουλίου Δημόσιας Υγείας και η δι’ αυτού διατομεακή συνεργασία σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Οι προβλεπόμενες διατάξεις για τη συνεργασία μεταξύ νομαρχιακών, περιφερειακών και κεντρικών υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.

Η ισχύουσα νομοθεσία για τους οργανισμούς Δημόσιας Υγείας, συνθέτει ένα νομικό πλαίσιο, το οποίο μπορεί να θεωρηθεί γενικά ως επαρκές για την οργάνωση του συστήματος Δημόσιας Υγείας. Αυτό σημαίνει ότι οι απαιτήσεις νομοθετικού έργου και θεσμικών αλλαγών είναι πολΰ μικρές και περιορίζονται σε δυο κυρίως σημεία: (α) στον αριθμό και στον οργανισμό των νέων Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας και (β) στη διασφάλιση της διατομεακής συνεργασίας σε περιφερειακό επίπεδο.

2. Διαθεσιμότητα επιστημονικού δυναμικού σε Ε.Σ.Δ.Υ. και Α.Ε.Ι./Τ.Ε.Ι.
Σε γενικές γραμμές, η Ε.Σ.Δ.Υ., τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και ορισμένοι από τους οργανισμούς Δημόσιας Υγείας της χώρας διαθέτουν καλά εκπαιδευμένο και έμπειρο επιστημονικό δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε με κατάλληλο τρόπο να αξιοποιηθεί για την αναδιοργάνωση του συστήματος Δημόσιας Υγείας.

3. Επιτυχής εμπειρία επιδημιολογικής επιτήρησης Ολυμπιακών Αγώνων
Η πρόσφατη οργάνωση της επιδημιολογικής επιτήρησης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 αποτελεί μία πολύτιμη θετική εμπειρία που μπορεί να αξιοποιηθεί στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του συστήματος Δημόσιας Υγείας. Η κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας, το ΚΕ.ΕΑ.Π.ΝΟ., η Ε.Σ.Δ.Υ. και ορισμένες υπηρεσίες και οργανισμοί Δημόσιας Υγείας διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην οργάνωση αυτή και αποκόμισαν εμπειρία σε σχέση με μια σειρά θεμάτων, όπως:

  • Την επιδημιολογική επιτήρηση.
  • Την ταχεία αναγνώριση τυχόν αύξησης της νοσηρότητας, επιδημίας ή συμβάντος που μπορεί να σχετίζεται με βιοτρομοκρατική ενέργεια.
  • Την ανάπτυξη δικτΰου έγκαιρης προειδοποίησης και ταχείας αντίδρασης για την αντιμετώπιση ενδεχόμενων κίνδυνων που απειλούν τη Δημόσια Υγεία.
  • Την οργάνωση κατάλληλων παρεμβάσεων για την ταχεία αντιμετώπισή τους.

4. Εμπειρία και αποτελεσματικότατα ορισμένων οργανισμών Δημόσιας Υγείας
Ορισμένοι από τους οργανισμούς Δημόσιας Υγείας, και ιδίως το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ., το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, η Ε.Σ.Δ.Υ., ο Ε.Φ.Ε.Τ., ο Ο.ΚΑ.ΝΑ., διαθέτουν πολύτιμη εμπειρία στον τομέα της δραστηριότητας τους και έχουν σημειώσει σημαντικό βαθμό αποτελεσματικότητας. Η αξιοποίηση της εμπειρίας αυτής μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προώθηση προγραμμάτων και δραστηριοτήτων πρόληψης και προαγωγής της υγείας, στην επιστημονική αναβάθμιση και υποστήριξη των νομαρχιακών και δημοτικών υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας και στη διάχυση επιστημονικής γνώσης και τεχνογνωσίας σε ολόκληρο το σύστημα Δημόσιας Υγείας.

5. Εμπειρία Νομαρχιακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
Ορισμένες από τις Νομαρχιακές Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας, διαθέτουν μακρά και πολύτιμη εμπειρία στην «πρώτης γραμμής» άσκηση της Δημόσιας Υγείας και στα πρακτικά προβλήματα και ανάγκες που αυτή αντιμετωπίζει. Η εμπειρία των υπηρεσιών αυτών και των στελεχών τους, συνήθως δεν αξιοποιείται, θεωρούμενη ότι απέχει από την επιστημονική εγκυρότητα. Παρ’ όλα αυτά όμως, αποτελεί μια δεξαμενή εμπειριών και πρακτικής γνώσης, που μπορεί να προσφέρει πολύτιμη βοήθεια στην κατανόηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η «πρώτης γραμμής» άσκηση της Δημόσιας Υγείας.

6. Ασφαλιστική κάλυψη εμβολίων και εξετάσεων προσυμπτωματικού ελέγχου
Η Κοινή Υπουργική Απόφαση 1624/1999 (ΦΕΚ2053Β71999), με την οποία εγκρίνεται μία δέσμη προληπτικών εξετάσεων και υπηρεσιών που παρέχονται στους ασφαλισμένους του δημοσίου και των ασφαλιστικών οργανισμών, προσφέρει τη βάση και εξασφαλίζει τους απαιτοΰμενους οικονομικούς πόρους για την οργάνωση μιας σειράς προληπτικών προγραμμάτωνπροσυμπτωματικοΰ ελέγχου. Η κατάλληλη αξιοποίηση της συγκεκριμένης Κ.Υ.Α. μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην προώθηση και υλοποίηση προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας.

7. Ύπαρξη δομών και υπηρεσιών σε παρεμφερείς τομείς της Δημόσιας Υγείας
Ένα από τα πλεονεκτήματα του ευρΰτερου συστήματος Δημόσιας Υγείας είναι η ύπαρξη δομών και υπηρεσιών σε παρεμφερείς προς τη Δημόσια Υγεία τομείς, όπως οι κτηνιατρικές υπηρεσίες και τα κτηνιατρικά εργαστήρια, τα εργαστήρια του Χημείου του Κράτους, οι υπηρεσίες και τα εργαστήρια περιβάλλοντος κ.λπ. Το σύστημα Δημόσιας Υγείας μπορεί να αξιοποιήσει όλες αυτές τις υποδομές και δραστηριότητες, μέσω συνεργασιών και δικτύων, και με τον τρόπο αυτό να αναβαθμίσει σημαντικά την αποτελεσματικότητά του.


Β. Αδυναμίες του Συστήματος Δημόσιας Υγείας

1. Απουσία εθνικής πολιτικής και εθνικών στόχων για την υγεία
Η απουσία εθνικής πολιτικής και συγκεκριμένων εθνικών στόχων για την υγεία αποτελεί μια θεμελιώδη αδυναμία του συστήματος με πολΰ καθοριστικές συνέπειες για τις Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας. Μία εθνική πολιτική υγείας που οικοδομείται με επίκεντρο την προστασία την υγείας, οφείλει να λαμβάνει υπ’ όψη της και να προσανατολίζει τις δράσεις της σε όλους τους περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικοΰς παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία στη σύγχρονη κοινωνία. Ένας τέτοιος αναπροσανατολισμός της πολιτικής υγείας έχει καταλυτικές συνέπειες στον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών υγείας, στις προτεραιότητες και στη χρηματοδότηση των επιμέρους δραστηριοτήτων στην υγεία. Είναι σαφές, ότι μια τέτοια προσέγγιση μεταβάλλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η πολιτική υγείας και μεταφέρει τη συζήτηση και τις προτεραιότητες από το επίπεδο της περίθαλψης, στο επίπεδο της Δημόσιας Υγείας. Η απουσία εθνικής πολιτικής υγείας και εθνικών στόχων στερεί από το σύστημα Δημόσιας Υγείας τη δυναμική, τους στόχους και τους πόρους για την ανάπτυξή του.

2. Ανεπαρκείς πόροι για τη Δημόσια Υγεία
Ο προϋπολογισμός και γενικότερα οι πόροι για τη Δημόσια Υγεία είναι τόσο περιορισμένοι, ώστε η ανεπάρκεια τους να θέτει σε αμφιβολία τη δυνατότητα υλοποίησης της αποστολής τους. Παράλληλα, η φϋση των δραστηριοτήτων Δημόσιας Υγείας είναι τέτοια που - πλην εξαιρέσεων - δεν οδηγεί αυτόματα σε ζήτηση υπηρεσιών από μέρους των πολιτών και συνεπώς αποστερεί το σύστημα από την κοινωνική εκείνη πίεση η οποία θα μπορούσε να συμπαρασϋρει τη διάθεση πόρων. Οι πόροι απορροφώνται κατά κανόνα από το «αδηφάγο» νοσοκομειακό σύστημα, κάτω από την κοινωνική πίεση που η λειτουργία του δημιουργεί.
Η διασφάλιση των αναγκαίων οικονομικών και άλλων πόρων για τη Δημόσια Υγεία είναι ευθϋνη της κεντρικής διοίκησης και συνδέεται με την εθνική πολιτική και τους εθνικούς στόχους για την υγεία.

3. Ανυπαρξία Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
Η έλλειψη περιφερειακής οργάνωσης και η ανυπαρξία Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας αποτελούν μια από τις σημαντικότερες αδυναμίες του συστήματος. Η ανυπαρξία Περιφερειακών Υπηρεσιών αποστερεί το σύστημα από τους φορείς του περιφερειακού συντονισμού και της περιφερειακής διατομεακής συνεργασίας. Δεδομένου μάλιστα ότι οι Νομαρχιακές Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Υγείας, πρακτικά το σύστημα Δημόσιας Υγείας δεν διαθέτει εκτελεστικό μηχανισμό, παρά μόνο κεντρική διοίκηση.

4. Ανεπάρκεια προσωπικού
Η ανεπάρκεια του προσωπικού, όπως ήδη τονίστηκε, αποτελεί την πλέον ορατή αδυναμία του συστήματος, με καταλυτικές συνέπειες στη λειτουργία του:

  • Η κεντρική υπηρεσία αδυνατεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της.
  • Οι περιφερειακές υπηρεσίες δεν λειτουργούν.
  • Οι νομαρχιακές υπηρεσίες λειτουργούν υποτυπωδώς.
  • Τα συστήματα επιτήρησης της υγείας δεν λειτουργούν.

Τα προγράμματα Δημόσιας Υγείας δεν εφαρμόζονται ή εφαρμόζονται πλημμελώς.
Η αντιμετώπιση της αδυναμίας αυτής αποτελεί μια θεμελιακή προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση του συστήματος Δημόσιας Υγείας.

5. Ανεπαρκή συστήματα διοίκησης
Η απουσία σύγχρονων εργαλείων και μεθόδων management (πληροφοριακά συστήματα διοίκησης, συστήματα αξιολόγησης και ελέγχου κ.λπ.), σε συνδυασμό με το πλήθος των εμπλεκόμενων φορέων, καθιστά δύσκολη και σε ορισμένες περιπτώσεις αδύνατη την επιτυχή διαχείριση και διοίκηση των διαφόρων υπηρεσιών, προγραμμάτων και δραστηριοτήτων Δημόσιας Υγείας. Αυτό δυσχεραίνει τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκύπτουν και μειώνει την αποτελεσματικότητα του συστήματος.

6. Ανεπαρκής εργαστηριακή υποστήριξη
Η υπολειτουργία του Κ.Ε.Δ.Υ. και η μη λειτουργία των Περιφερειακών Εργαστηρίων Δημόσιας Υγείας αποστερούν το σύστημα από την αναγκαία εργαστηριακή υποστήριξη. Επίσης, η έλλειψη συνεργασίας με τα κτηνιατρικά εργαστήρια, το Χημείο του Κράτους, τον Ε.Φ.Ε.Τ., τους οργανισμούς Δημόσιας Υγείας και τα εργαστήρια των Α.Ε.Ι. και των δημόσιων νοσοκομείων αποστερεί τελικά το σύστημα από κάθε δυνατότητα εργαστηριακής υποστήριξης.

7. Ανεπαρκής επιτήρηση της υγείας και απουσία επιδημιολογικών δεδομένων

  • Η συστηματική επιτήρηση της υγείας μέσω της διαχρονικής παρακολούθησης δεικτών θνησιμότητας και νοσηρότητας είναι ανεπαρκής. Τα διαθέσιμα στοιχεία είναι λιγοστά, δυσεύρετα και υπόκεινται σε κριτική από άποψη πληρότητας, εγκυρότητας και αξιοπιστίας.
  • Η επιτήρηση της υγείας συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων και η ανάλυση των υφιστάμενων ανισοτήτων στην υγεία είναι επίσης ανύπαρκτη.
  • Η επιτήρηση των καθοριστικών της υγείας κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων και των παραγόντων κινδύνου είναι ανύπαρκτη. Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν, παρά μόνο ευκαιριακά από μεμονωμένες μελέτες για το κάπνισμα, την κατανάλωση αλκοόλ, τη διατροφή, την παχυσαρκία.
  • Τα δίκτυα επιτήρησης των λοιμωδών νοσημάτων που συντονίζει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ. παρουσιάζουν αρκετές αδυναμίες οργάνωσης και λειτουργίας.
  • Η επιτήρηση του βαθμού υλοποίησης των προγραμμάτων πρόληψης και προαγωγής υγείας (εμβολιαστική κάλυψη, ποσοστό γυναικών που κάνουν μαστογραφία ή pap-test κ.λπ.) είναι επίσης ανύπαρκτη.

Εξαιτίας των ανωτέρω, τα στοιχεία που αφορούν στα επιδη μιολογικά δεδομένα της χώρας είναι εξαιρετικά ανεπαρκή. Επιπλέον, δεν έχει γίνει προσπάθεια κωδικοποίησης αυτών και καταγραφής τους σε σύγχρονη και αυτοματοποιημένη βάση δεδομένων.
Σύμφωνα με τη διεθνή εμπειρία, η δημιουργία μιας τέτοιας βάσης θα έχει σημαντικό όφελος στην προσπάθεια ελέγχου και επιτήρησης της υγείας και των επιδη μιολογι κών δεδομένων της χώρας και μπορεί να βοηθήσει στον υπολογισμό δεικτών υγείας, για το σύνολο της χώρας, των περιφερειών και των επί μέρους περιοχών και πληθυσμιακών ομάδων.

8. Απουσία υποστηρικτικών εκθέσεων και αναφορών
Η απουσία επαρκών επιδη μιολογι κών δεδομένων συνοδεύεται επίσης από την απουσία των αναγκαίων επιστημονικών εκθέσεων και αναφορών, που αναλύουν και αξιολογούν τα στοιχεία και οδηγούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων, σχετικά με τα κύρια προβλήματα υγείας των διαφόρων πληθυσμιακών ομάδων, τις τάσεις που παρουσιάζουν, τους κινδύνους που αναφύονται και τα ενδεικνυόμενα μέτρα αντιμετώπισης. Οι επιστημονικές εκθέσεις και αναφορές είναι το εργαλείο για τη χάραξη των πολιτικών και προγραμμάτων Δημόσιας Υγείας. Είναι χαρακτηριστικό, ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει διαθέσιμη καμία μελέτη, έκθεση ή αναφορά για την κατάσταση υγείας σε περιφερειακό επίπεδο, ή σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες (π.χ. αγροτικό πληθυσμό, νησιά, μετανάστες, άτομα με αναπηρία κ.λπ.). Η αδυναμία αυτή εμποδίζει την ανίχνευση προβλημάτων και τη χάραξη πολιτικών.

9. Έλλειψη ενιαίου σχεδιασμού για πολιτικές πρόληψης και προαγωγής υγείας
Η απουσία συγκεκριμένων πολιτικών πρόληψης και προαγωγής της υγείας, ιδίως σε ότι αφορά στα χρόνια νοσήματα και στους κύριους παράγοντες κινδύνου, αποτελεί μια σημαντική αδυναμία του συστήματος. Αντίθετα, στους τομείς, όπου αναπτύχθηκαν παρόμοιες πολιτικές, όπως για παράδειγμα στα ανιχνευτικά προγράμματα της νεογνικης ηλικίας και στους εμβολιασμούς, σημειώθηκαν εντυπωσιακά αποτελέσματα.

10. Απουσία επιστημονικής υποστήριξης των υπηρεσιών
Παρά την ύπαρξη αξιόλογου επιστημονικού δυναμικού στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στους οργανισμούς Δημόσιας Υγείας της χώρας, παρατηρείται παντελής απουσία επιστημονικής υποστήριξης του έργου των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Η «επιστημονική τεκμηρίωση», οι «κατευθυντήριες οδηγίες», τα «πρωτόκολλα ενεργειών» και οι «καλές πρακτικές στη Δημόσια Υγεία» είναι έννοιες άγνωστες στο σύστημα Δημόσιας Υγείας της χώρας. Από τη σκοπιά των λειτουργών της Δημόσιας Υγείας, εάν κάποιος αναζητήσει οποιαδήποτε επιστημονική τεκμηρίωση, βοήθεια ή επιστημονική υποστήριξη για οποιοδήποτε θέμα Δημόσιας Υγείας, δεν υπάρχει καμιά δυνατότητα να βρει οποιαδήποτε βάση δεδομένων ή οτιδήποτε άλλο διαθέσιμο, παρά μόνο σε προσωπικό επίπεδο.

11. Ανεπαρκής συνεργασία μεταξύ των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας
Μια εγγενής αδυναμία του συστήματος Δημόσιας Υγείας είναι η περιορισμένη δυνατότητα συνεργασίας μεταξύ των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας των διαφόρων επιπέδων. Αυτό οφείλεται:

  • Στο γεγονός ότι το Υπουργείο Υγείας δεν έχει καμία αρμοδιότητα στον έλεγχο των Νομαρχιακών και Δημοτικών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.
  • Στην ανυπαρξία των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, που έχουν την κΰρια αρμοδιότητα συντονισμού και συνεργασίας των υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Στη μη συγκρότηση και λειτουργία των Περιφερειακών Συμβουλίων Δημόσιας Υγείας.
  • Στην απουσία συγκεκριμένων διαδικασιών και λειτουργιών που να προάγουν τη συνεργασία.
  • Στην απουσία κλίματος συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών.

12. Απουσία διατομεακής συνεργασίας και συντονισμού
Αντίστοιχη με την παραπάνω αδυναμία αποτελεί και η απουσία διατομεακής συνεργασίας και συντονισμού με άλλους τομείς δραστηριότητας και υπηρεσίες το έργο των οποίων επηρεάζει τη Δημόσια Υγεία (κτηνιατρικές, περιβαλλοντικές, αστυνομικές, εκπαιδευτικές κ.λπ.). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάσταση δυσχεραίνεται αν αναλογιστούμε τη μη αντιστοιχία των Υγειονομικών με τις Διοικητικές Περιφέρειες. Οι αιτίες της αδυναμίας αυτής είναι αντίστοιχες με τις προαναφερθείσες και συγκεκριμένα:

  • Η ανυπαρξία των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, που έχουν την αρμοδιότητα της διατομεακής συνεργασίας σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Η μη συγκρότηση και λειτουργία των Περιφερειακών Συμβουλίων Δημόσιας Υγείας, η αποστολή των οποίων είναι ακριβώς η προώθηση της διατομεακής συνεργασίας.
  • Η απουσία συγκεκριμένων θεσμοθετημένων διαδικασιών και λειτουργιών που να προάγουν τη διατομεακή συνεργασία.
  • Η απουσία κλίματος συνεργασίας και συντονισμού μεταξύ των διάφορων υπηρεσιών.


Γ. Ευκαιρίες

1. Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς 2007 - 2013.
Το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς 2007 - 2013 (Δ' προγραμματική περίοδος) αντιπροσωπεύει τη σημαντικότερη ευκαιρία για την ανασυγκρότηση του συστήματος Δημόσιας Υγείας, για δυο λόγους:

  • Έχει καθορισμένους στόχους και δράσεις για τη Δημόσια Υγεία, οι οποίοι μάλιστα τελούν υπό τον ευρωπαϊκό έλεγχο της υλοποίησής τους.
  • Μπορεί να εξασφαλίσει σημαντικούς πόρους για τη Δημόσια Υγεία.

2. Ευρωπαϊκή στρατηγική 2007 - 2013
Η ευρωπαϊκή στρατηγική για τη Δημόσια Υγεία 2007 - 2013 συνιστά μια σημαντική ευκαιρία που προέρχεται επίσης από τον ευρωπαϊκό χώρο. Η ευρωπαϊκή στρατηγική:

  • Καθορίζει στόχους και προτεραιότητες για τη Δημόσια Υγεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
  • Προσφέρει τη δυνατότητα άντλησης πόρων και οικοδόμησης συμμαχιών και διεθνών συνεργασιών.
  • Ασκεί πίεση και παρέχει επιστημονική καθοδήγηση για την υλοποίηση των πολιτικών αυτών από τα κράτη-μέλη.
  • Δημιουργεί ορισμένες δεσμεύσεις προσαρμογής στα κράτη-μέλη.

Όλα τα παραπάνω διαμορφώνουν ένα κατάλληλο περιβάλλον και συνθέτουν ένα πλέγμα ευκαιριών για μια αποτελεσματική πολιτική στη Δημόσια Υγεία.

3. Αναδιοργάνωση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας με βάση τους νόμους 317^2003 και 3370/2005

  • Η αναδιοργάνωση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας με βάση το νόμο 3370/2005 συνιστά μια σημαντική ευκαιρία για το σύστημα Δημόσιας Υγείας.
  • Η ενεργοποίηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Υγείας και της διατομεακής συνεργασίας που αυτή μπορεί να κινητοποιήσει.
  • Η ενεργοποίηση όλων των διευθύνσεων και αρμοδιοτήτων της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Υγείας.
  • Η ίδρυση και ενεργοποίηση των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.
  • Η οργάνωση της συνεργασίας μεταξύ όλων των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.
  • Η οργάνωση της διατομεακής συνεργασίας σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Η αξιοποίηση του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ.

Μπορούν να αποδειχθούν σε σημαντικές ευκαιρίες για την ανασυγκρότηση της Δημόσιας Υγείας.

4. Σύνδεση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας με τις Υπηρεσίες Υγείας
Η διοικητική υπαγωγή των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας στις Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών και η ένταξή τους μέσα στο περιβάλλον του συστήματος υγείας προσφέρει σημαντικές ευκαιρίες για εξασφάλιση πόρων, προσωπικού, τεχνογνωσίας, εργαστηριακής και επιστημονικής υποστήριξης στις Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας. Επιπλέον, εξασφαλίζει τη δυνατότητα ανάθεσης αρμοδιοτήτων Δημόσιας Υγείας σε άλλες υπηρεσίες υγείας, συντονισμού και συνεργασίας με τα Κέντρα Υγείας και τις αντίστοιχες συναφείς δομές του Ι.Κ.Α.

5. Περιφερειακή αναδιοργάνωση της χώρας
Η εξελισσόμενη περιφερειακή αναδιοργάνωση της χώρας μπορεί να αποδειχθεί επίσης μια σημαντική ευκαιρία για το σύστημα Δημόσιας Υγείας, αφού μέσω αυτής μπορεί να προωθηθούν δύο σημαντικές προτεραιότητες:

  • Η οργάνωση των Περιφερειακών Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας.
  • Η οργάνωση μιας αποτελεσματικής διατομεακής συνεργασίας σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.

6. Δυνατότητα μεταφοράς τεχνογνωσίας από Ευρωπαϊκή Ένωση και Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας
Η δυνατότητα μεταφοράς τεχνογνωσίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το Center of Diseases Control των Η.Π.Α. και άλλους διεθνείς οργανισμούς, στο πλαίσιο των οποίων δραστηριοποιείται η χώρα μας συνιστά μια σημαντική ευκαιρία, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί κατάλληλα. Οι δυνατότητες αξιοποίησης αυξάνονται, εάν αυτό συνδυαστεί με τη συμμετοχή στην υλοποίηση διεθνών συνεργασιών στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για τη Δημόσια Υγεία και εάν η προσπάθεια μεταφοράς τεχνογνωσίας συνδυαστεί με το Εθνικό Στρατηγικό Πλαίσιο Αναφοράς.


Δ. Κίνδυνοι

1.Περιορισμένη ενεργοποίηση
Η προϊστορία των μεταρρυθμιστικών προσπαθειών στον τομέα της Δημόσιας Υγείας έχει δείξει ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουν οι εκάστοτε προσπάθειες για την αναδιοργάνωση της Δημόσιας Υγείας είναι ο κίνδυνος αδράνειας ή περιορισμένης ενεργοποίησης των εμπλεκόμενων φορέων, τόσο αυτών που λαμβάνουν τις αποφάσεις, όσο και των ίδιων των υπηρεσιών. Ο κίνδυνος αυτός είναι εγγενής στο πεδίο της Δημόσιας Υγείας, γιατί η Δημόσια Υγεία λόγω της φύσης της, δεν προκαλεί μεγάλη ζήτηση υπηρεσιών από τον πληθυσμό, η οποία να ασκεί κοινωνική πίεση για την ενίσχυση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας. Η αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού μπορεί να επιτευχθεί με:

  • Την επίδειξη αποφασιστικής πολιτικής βούλησης για την προώθηση των απαιτούμενων δράσεων σε κεντρικό, περιφερειακό και νομαρχιακό επίπεδο.
  • Την άμεση εποπτεία και παρακολούθηση της υλοποίησης των αποφάσεων από το Υπουργείο Υγείας και τις Υγειονομικές Περιφέρειες.
  • Την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και πολιτικών για τη διασφάλιση της υλοποίησης των δράσεων.

2. Δημοσιονομικοί περιορισμοί
Οι συνέπειες που μπορεί να έχουν οι υφιστάμενοι δημοσιονομικοί περιορισμοί στην εξασφάλιση των απαιτοΰμενων πόρων και στη στελέχωση των Υπηρεσιών Δημόσιας Υγείας, σε συνδυασμό με την υψηλή προτεραιότητα που παραδοσιακά αποδίδεται στις θεραπευτικές υπηρεσίες, μπορεί να αποδειχθεί σε σημαντικό κίνδυνο για την προσπάθεια αναδιοργάνωσης του συστήματος Δημόσιας Υγείας, εφόσον δεν προβλεφτεί και αντιμετωπιστεί κατάλληλα. Η αντιμετώπιση του προβλήματος προϋποθέτει:

  • Την κατάρτιση ενός συγκεκριμένου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων για τα προγράμματα και τις δράσεις Δημόσιας Υγείας.
  • Τη δέσμευση των απαιτοΰμενων πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό και τα περιφερειακά προγράμματα του Ε.Σ.Π.Α.
  • Την αναζήτηση πρόσθετων πόρων από ανταποδοτικές υπηρεσίες και προγράμματα.

3. Γραφειοκρατία της δημόσιας διοίκησης
Ο κίνδυνος της γραφειοκρατίας που ελλοχεύει σε όλο το φάσμα του ελληνικού δημοσίου μπορεί να δημιουργήσει καθοριστικής σημασίας εμπόδια στην ανασυγκρότηση του συστήματος Δημόσιας Υγείας. Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος, όχι τόσο στους επιστημονικούς τομείς, όσο στον οργανωτικό και διοικητικό τομέα, όπου μπορεί να εγείρει εμπόδια και να οδηγήσει σε καθυστερήσεις ή ακυρώσεις δράσεων και ενεργειών.
Ο κίνδυνος αυτός πρέπει να αντιμετωπιστεί έγκαιρα και σε κάθε συγκεκριμένη δράση και πρωτοβουλία, κυρίως με την επίδειξη της κατάλληλης πολιτικής βούλησης και άμεσης εποπτείας σε όλα τα επίπεδα διοίκησης.

4. Περιορισμένη ανταπόκριση για διατομεακή συνεργασία
Η έλλειψη παράδοσης στη διατομεακή συνεργασία στη χώρα μας και θεσμών και λειτουργιών που την προάγουν, αντιπροσωπεύει έναν ιδιαίτερο κίνδυνο για το έργο της Δημόσιας Υγείας. Και αυτό γιατί η Δημόσια Υγεία προϋποθέτει κατεξοχήν τη διατομεακή συνεργασία και το συντονισμό. Η αντιμετώπιση του κινδύνου αυτού μπορεί να επιτευχθεί με:

  • Την αποφασιστική πολιτική βούληση για την προώθηση και εφαρμογή στην πράξη της διατομεακής συνεργασίας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
  • Την ανάπτυξη θεσμών και λειτουργιών που προάγουν τη διατομεακή συνεργασία σε όλα τα επίπεδα.
  • Την κατανομή αρμοδιοτήτων, ρόλων και ευθυνών Δημόσιας Υγείας σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς.
  • Την ανάληψη συγκεκριμένων πρωτοβουλιών και πολιτικών για την εφαρμογή στην πράξη της διατομεακής συνεργασίας, σε επιλεγμένους τομείς προτεραιότητας.

5. Απώλεια κοινοτικών πόρων
Ο κίνδυνος απώλειας κοινοτικών πόρων για τη Δημόσια Υγεία, λόγω ανεπαρκούς προετοιμασίας, μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσω:

  • Του επαρκούς και έγκαιρου σχεδιασμοΰ των δράσεων και παρεμβάσεων σε εθνικό και κυρίως σε περιφερειακό επίπεδο.
  • Της προώθησης των κατάλληλων προπαρασκευαστικών ενεργειών και των απαιτοΰμενων μελετών.
  • Της ενθάρρυνσης και ενίσχυσης για συμμετοχή σε ευρωπαϊκά προγράμματα και πρωτοβουλίες.

6. Νέες απειλές για τη Δημόσια Υγεία
Παρά τη σημερινή πρόοδο της βιοϊατρικής τεχνολογίας και των δράσεων πρόληψης και προαγωγής υγείας, παραμένουν πολλές σημαντικές προκλήσεις για τη Δημόσια Υγεία. Μεταξύ άλλων, οι σημερινές προκλήσεις περιλαμβάνουν:

  • Την αποτελεσματική αντιμετώπιση των παραγόντων που επηρεάζουν την υγεία.
  • Την αντιμετώπιση αναδυόμενων κίνδυνων.
  • Την αντιμετώπιση νέων επιδημικών νοσημάτων.
  • Την αντιμετώπιση κίνδυνων από αιφνίδια γεγονότα.
  • Την αντιμετώπιση απειλών από την πιθανή χρήση ή τυχαία διασπορά βιολογικών και χημικών επιβλαβών παραγόντων.
  • Την κατανόηση του νέου επιδημιολογικοΰ προτΰπου και των νέων αναγκών υγείας.